Η ζωή του Λουδοβίκου Ντομινίκ Στ’

Ο Πελεσής λοιπόν ειδοποίησε τον Ντομινίκ για κάποιο ταχυδρομικό αμάξι που θα περνούσε μερικές μέρες μετά και θα μετέφερε 300.000 ευρώ σε μετρητά | Σαρώνοντας όλους τους δρόμους της Αθήνας, έχοντας εγκαταστήσει σε ολόκληρη την Ελλάδα πλήρες δίκτυο συνενόχων, χάρις στους πολυάριθμους ιδιοκτήτες καφέ-μπαρ και ξενοδοχείων ημιδιαμονής, οι Δομινικανοί ήταν στην πραγματικότητα και οι κύριοι των Αθηνών. Η Αθήνα έμοιαζε με πόλη πολιορκούμενη από εγκληματίες | Κάποιος αστυνομικός με το όνομα Χωρόν, πολύ θαρραλέος και με εξαιρετικό κύρος και γόητρο, καυχήθηκε ότι θα συλλάβει τον Ντομινίκ και την επόμενη μέρα βρέθηκε νεκρός | Υπήρξε μάλιστα και μια διαφωνία των ειδικών επί των ζητημάτων της νερντ κουλτούρας σε σχέση με το αν ο Λουδοβίκος Ντομινίκ είναι ένας αντι-υπερήρωας ή ένας υπερ-αντιήρωας | Από καιρό σε καιρό είναι αλήθεια ότι κυκλοφορούσε η φήμη του θανάτου του αλλά την επαύριο, κάποιο τολμηρό γεγονός έπειθε τους πάντες ότι έχει αναστηθεί | Δυο αλλεπάλληλες αποτυχίες και μάλιστα σοβαρές, τις οποίες δοκίμασαν οι οπαδοί του έριξαν ανάμεσα τους τον σπόρο της αμφιβολίας και προκάλεσαν την απώλεια του ηθικού

Κάποιος, ονόματι Πελεσής, νεαρός χειρουργός από τους πλέον εκτιμώμενους στην Αθήνα, φημισμένος στους υψηλότερους κοινωνικούς κύκλους, την εντιμότητα του οποίου κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, ήταν μυστικό μέλος της συμμορίας του Λουδοβίκου Ντομινίκ και χρησιμοποιούνταν ως καταδότης. Οι περίεργοι αυτοί βίοι, εν μέρει διπλοί, είναι λιγότερο σπάνιοι και εξαιρετικοί από όσο φαντάζεται κανείς.  

Ο Πελεσής λοιπόν ειδοποίησε τον Ντομινίκ για κάποιο ταχυδρομικό αμάξι που θα περνούσε μερικές μέρες μετά και θα μετέφερε 300.000 ευρώ σε μετρητά. Μια επίθεση οργανώθηκε αμέσως στο ευνοϊκό σημείο του δρόμου μπροστά στο Γαλλικό Ινστιτούτο και αυτός ο ίδιος ο Πελεσής ανέλαβε τη διεύθυνση της επιχείρησης. Η επιχείρηση πέτυχε πλήρως. Οι μεταφορείς των χρημάτων, αιφνιδιασμένοι, καταβλήθηκαν αμέσως και ξαπλώθηκαν κατά μήκος του οδοστρώματος, χωρίς να καταφέρουν να προστατέψουν τα χρήματα που είχαν στην ευθύνη τους.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Πελεσής διηύθυνε μια νέα επίθεση κατά χρηματαποστολής στη Θεσσαλονίκη, αλλά τα δύο σεκιούριτι ήταν στο κόλπο και η ομάδα του νεαρού χειρούργου δεν δυσκολεύτηκε καθόλου.

Λιγότερο τυχερός ήταν μια άλλη φορά που συνελήφθη επ’ αυτοφώρω. Παρά την έκπληξη που είχε προκαλέσει τότε η σύλληψη, ο Χειρούργος, όπως πλέον τον αποκαλούσαν δηκτικά τα μίντια, δεν μπόρεσε να αρνηθεί την ενοχή του. Αρνήθηκε όμως, παρά τα βασανιστήρια που υπέστη στην ανάκριση, να υποδείξει έστω και έναν από τους συνενόχους του και πέθανε έτσι από εσωτερική αιμορραγία στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ, λίγο πριν οδηγηθεί στον εισαγγελέα για να πάρει 48ωρη προθεσμία για να απολογηθεί.   

Σαρώνοντας όλους τους δρόμους της Αθήνας, έχοντας εγκαταστήσει σε ολόκληρη την Ελλάδα πλήρες δίκτυο συνενόχων χάρη στους πολυάριθμους ιδιοκτήτες καφέ-μπαρ και ξενοδοχείων ημιδιαμονής, οι Δομινικανοί ήταν στην πραγματικότητα οι κύριοι των Αθηνών. Η Αθήνα έμοιαζε με πόλη πολιορκούμενη από εγκληματίες. Οι κάτοικοι είχαν βάλει σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα, κλειδαριές ασφαλείας στις πόρτες, συναγερμούς στα σπίτια, τα αμάξια και τα μαγαζιά τους για να παρεμποδίζουν, ή έστω να δυσχεραίνουν, την αρπαγή της περιουσίας τους από οποιονδήποτε φορέα δεν είναι κρατικός.                               

Όλοι πλέον μιλούσαν για τον Λουδοβίκο Ντομινίκ. Όλοι πίστευαν ότι τον έβλεπαν παντού. Στην αστυνομία διαβεβαίωναν την παρουσία του ταυτοχρόνως σε πολλά σημεία της πόλης. Ήταν γνωστό, τόσο από μαρτυρίες όσο και από βιντεοληπτικό υλικό, ότι ο Λουδοβίκος Ντομινίκ έφερε κολάν χρώματος κανέλας και ερυθρά μανίκια ασορτί με την μπέρτα του. Η εφαρμοστή του μπλούζα, με σήμα το αρχικό ταφ της λέξης «τρισμέγιστος», ήταν στο χρώμα του κολάν του. Πρέπει να λεχτεί ότι η αφοσίωση των ανδρών του ήταν αρκετή για να εξηγήσει τις απάτες αυτές, καθώς δημιουργούσαν τις ψευδείς αυτές εντυπώσεις ως σωσίες του, φορώντας την ίδια στολή και περιφερόμενοι σε διάφορα σημεία της πόλης. 

Η αστυνομία συνέλαβε λάθος άτομα παραπάνω από 100 φορές, 31 από τις οποίες βιάστηκε να κάνει ανακοινώσεις για τη μεγάλη της επιτυχία, ενώ η διάψευση ερχόταν μερικές ώρες μετά, καταβαραθρώνοντας το γόητρο και το ηθικό της. Αφού εξαπατήθηκε τόσες φορές και γελοιοποιήθηκε στην κοινή γνώμη, εφαρμόστηκε η σιωπηρή απόφαση που όριζε ότι δεν θα γινόταν καμιά σύλληψη σχετικά με τον Λουδοβίκο Ντομινίκ.

Ο ζήλος της είχε άλλωστε ψυχρανθεί σε απίστευτο βαθμό από τα φοβερά κατορθώματα της συμμορίας. Σε όλες τις συμπλοκές, και ήταν πολλές, κατά τις οποίες οι αστυνομικοί είχαν συγκρουστεί με τους Ντομινικανούς, οι τελευταίοι είχαν νικήσει και είχαν αμείλικτα φονέψει πολλούς από τους αντιπάλους τους.

Κάποιος αστυνομικός με το όνομα Χωρόν, πολύ θαρραλέος και με εξαιρετικό κύρος και γόητρο, καυχήθηκε ότι θα συλλάβει τον Ντομινίκ και την επόμενη μέρα βρέθηκε νεκρός. Επί του πτώματός του είχε καρφωθεί μια πινακίδα, η οποία σε ένα δίστιχο διακήρυττε ότι με αυτόν τον τρόπο θα τιμωρείται κάθε επίδοξος μιμητής του Χωρόν.

Ο κόσμος πια είχε βεβαιωθεί πως έχει υπερδυνάμεις. Υπήρξε μάλιστα και μια διαφωνία των ειδικών επί των ζητημάτων της νερντ κουλτούρας, σε σχέση με το αν ο Λουδοβίκος Ντομινίκ είναι ένας αντι-υπερήρωας ή ένας υπερ-αντιήρωας.

Κάπου το 2015, είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, ενώ προσπάθησε να κλέψει το υπηρεσιακό πιστόλι ενός αστυνομικού μέσα από τη θήκη του. Αμέσως κινητοποιήθηκε όλη  η αστυνομική δύναμη της περιοχής και τον ακινητοποίησε. Κατά την ανάκριση, είχε φανεί απίστευτα αυθάδης και σε έναν παροξυσμό του έσκισε την κατάθεσή του όταν του τη δώσανε να την υπογράψει, λέγοντας ότι όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Και είχε δίκιο, αφού πράγματι την επόμενη μέρα μυστηριωδώς είχε εξαφανιστεί από τα αφιλόξενα κρατητήρια του 12ου ορόφου της ΓΑΔΑ.           

Η διακοπείσα από τη δραπέτευση του Ντομινίκ ανάκριση δεν ήταν δυνατό να επαναληφθεί νομίμως, παρά μόνο κατόπιν νέας σύλληψης του κατηγορούμενου. Η αστυνομία έδωσε φωτογραφίες του στη δημοσιότητα και τα ρεπορτάζ που περιείχαν πληροφορίες για τη ζωή του ή πιθανές κινήσεις του πετάγονταν κάθε μερικές μέρες πρώτα-πρώτα στις ειδήσεις της google.

Εκατοντάδες αστυνομικοί με πολιτικά είχαν επιστρατευτεί για την καταδίωξη του Ντομινίκ. Ποιοι όμως; Πολλοί εξ αυτών ήταν Ντομινικανοί. Πολλές φορές επρόκειτο για επίορκους αστυνομικούς με τόσο κακή φήμη, ώστε έγινε αμέσως αντιληπτό ότι το φάρμακο αυτό απλώς επιδείνωνε το κακό.

Ο εισαγγελέας που είχε αναλάβει την υπόθεση ενημέρωνε σχετικώς τον αρμόδιο υπουργό, αναφέροντας: «Εννιακόσιοι αστυνομικοί περιφέρονται νυχθημερόν εντός των Αθηνών, μεταμφιεσμένοι με πολιτική ενδυμασία προς αναζήτηση του Λουδοβίκου Ντομινίκ. Έχω την τιμή να σας αναφέρω ότι όχι μόνο δεν θα τον συλλάβουν, αλλά και ότι με το ευφυές αυτό πρόσχημα είναι ικανοί να διαπράττουν κλοπές και φόνους σημαντικούς».

Ίσως επειδή καταλάβαινε ότι είχε καταστεί το αντικείμενο της γενικής προσοχής, ο Ντομινίκ γινόταν διαρκώς περισσότερο νευρικός, οξύθυμος, δύσπιστος, φιλύποπτος, ανήσυχος. Αισθανόταν ότι είναι περικυκλωμένος από ενέδρες, δεν διέμενε δύο συνεχόμενες νύχτες στο ίδιο μέρος και διήγαγε ένα βίο δηλητηριασμένο από την αγωνία. Φοβόταν προπάντων μην πουληθεί από κάποιον οπαδό του και ο φόβος αυτός τον κατέστησε σκληρό και τραχύ προς τους άντρες του. Πλέον, καμιά εμπιστοσύνη δεν είχε σε κανέναν και βασίλευε με την τρομοκρατία. Με μια απλή αμφιβολία διέταζε τον φόνο πολλών εκ των μελών της οργάνωσής του. Ίσως τότε, όπως αναφέρει ο αστικός θρύλος, διήλθε μερικές εβδομάδες στην Αλβανία, για να πετύχει ένα καλό ντιλ με κατουρόχορτο που σκόπευε να μεταφέρει στην Αθήνα. Εκεί, λέγεται ότι συνάντησε τον αλβανό αντίπαλό του Μπλερίμ, τον Λουδοβίκο Ντομινίκ του Ελμπασάν, γνωστό και ως Σρεκ, λόγω της ομοιότητάς του με τον ομώνυμο ήρωα αν εξαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα του τελευταίου.     

Οι δύο αυτοί άντρες λοιπόν έθεσαν τις βάσεις από τότε ενός είδους οργάνωσης –διεθνούς αδελφάτου ληστείας, λαθρεμπορίας και εκβιασμών– η οποία θα επέτρεπε να υποδεικνύονται αμοιβαίως οι επικερδείς επιχειρήσεις.

Όταν αναχώρησε από την Αλβανία ο Ντομινίκ, για να παραπλανήσει τους διώκτες του και να τους κάνει να χάσουν τα ίχνη του και να τον ξεχάσουν κάπως στην Αθήνα, μετέβη στη Θεσσαλονίκη και εκεί είχε μια περιπέτεια εξαιρετική, αληθινό θέμα μυθιστορήματος, η εξιστόρηση της οποίας όμως δεν είναι θέμα της παρούσας αφήγησης.

Από καιρό σε καιρό είναι αλήθεια ότι κυκλοφορούσε η φήμη του θανάτου του, αλλά την επαύριο κάποιο τολμηρό γεγονός έπειθε τους πάντες ότι έχει αναστηθεί. Δεν βρήκε λοιπόν όταν επέστρεψε από την Αλβανία μια κοινή γνώμη κατευνασμένη. Ήταν πάντοτε το αντικείμενο της γενικής ενασχόλησης. Και η ανησυχία και η αγωνία άρχισαν πάλι να δηλητηριάζουν τη ζωή του. Δεν κοιμόταν πλέον. Διερχόταν μέρες ολόκληρες κρυμμένος μέσα σε αποθήκες και γιάφκες.

Το νευρικό του σύστημα ήταν κλονισμένο και διαταραγμένο από τις επανειλημμένες τρομοκρατήσεις και η συνεχής αγωνία τον έκανε να βλέπει παντού την προδοσία και τον ωθούσε ενίοτε σε πράξεις παραφροσύνης. Πράξεις οι οποίες προοικονομούσαν την απώλειά του.

Δυο αλλεπάλληλες αποτυχίες και μάλιστα σοβαρές, τις οποίες δοκίμασαν οι οπαδοί του έριξαν ανάμεσά τους το σπόρο της αμφιβολίας και προκάλεσαν την πτώση του ηθικού.      

Μια φορά, κατά την οποία οι Ντομινικανοί είχαν εισδύσει για να κλέψουν το χρηματοκιβώτιο –νύχτα αυτή τη φορά και όχι σαν τον Γαρδέλη μέρα-μεσημέρι– στα γραφεία του εργοστασίου της ΑΓΝΟ, τα οποία, σύμφωνα με πληροφορίες που υποτίθεται είχαν από μέσα, τα νόμιζαν άδεια, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και συγκεκριμένα από ομάδες των ΕΚΑΜ. Ήταν προφανές. Επρόκειτο για ενέδρα.  Ταμπουρώθηκαν αρχικά στο γραφείο, μεταβάλλοντάς το σε φρούριο. Ο Ντομινίκ κατόρθωσε μολαταύτα να διαφύγει από το φωταγωγό κατά το παλιό του συνήθειο, χάρη στην εκπαίδευση που είχε αποκτήσει όταν μικρός συναγελάζονταν με εκείνη την παρέα από κάγκουρες. Είχε από τότε διατηρήσει τόσο την κατάλληλη σωματική διάπλαση όσο και την γατίσια ευκινησία. Για πρώτη φορά όμως, καθώς προσγειωνόταν στο έδαφος του πίσω πάρκινγκ του εργοστασίου, η μπέρτα του πιάστηκε σε ένα κλαδί και σκίστηκε ελαφρώς. Αυτός ο κακός οιωνός θα είναι και η αρχή του τέλους για τον αντί-υπερήρωα ή υπερ-αντιήρωα Λουδοβίκο Ντομινίκ τον Τρισμέγιστο.        

Ο Ντομινίκ είχε πια βαθιά την πεποίθηση ότι είχε προδοθεί. Συγχρόνως, στο μακελειό που ακολούθησε, οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην επιχείρηση ένιωσαν τις δονήσεις που προκαλούσαν τα όπλα των εκαμιτών να απορροφούνται από τα κορμιά τους, ενώ οι κραυγές πόνου που τους προκαλούσαν οι σφαίρες καθώς κατατρυπούσαν τις σάρκες τους πνίγονταν στο αίμα, την απόγνωση και την αγωνία. Ένας υπαρχηγός του, ο Ρεζής, ο μόνος που παρέμεινε ζωντανός, έπεσε στα χέρια της αστυνομίας. Οι απώλειες ήταν σημαντικές και ο κίνδυνος μήπως ο Ρεζής αποκαλύψει τα μυστικά της οργάνωσης τεράστιος.

Μην χάσετε το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir:  Το τέλος της δράσης του Λουδοβίκου Ντομινίκ