Η ζωή του Λουδοβίκου Ντομινίκ Δ’

Η ζωή του Λουδοβίκου Ντομινίκ άλλαξε και πάλι | Μια αυθάδης πολυτέλεια νεόπλουτων κυριαρχούσε παντού | Φαντάζεται λοιπόν κανείς χωρίς κόπο ποιες μπορούσαν να είναι οι σκέψεις τους και οι πόθοι τους όταν τριγύριζαν εν μέσω όλων αυτών των πολυτελειών που φαίνεται να περιγελούν την ένδεια τους | Συγκάλεσε εντός της εβδομάδας μεγάλη μυστική συνέλευση |-Το παν έγκειται σε δυο πράγματα. Να παίρνεται και να μην σας συλλαμβάνουν | Ολίγον κατ’ ολίγον ο Ντομινίκ πέτυχε να επεκτείνει την επιρροή του, να διεισδύσει σε όλους τους κύκλους, να εξασφαλίσει παντού συνενόχους και οπαδούς | Ο Ντομινίκ έγινε πολύ σύντομα δημοφιλής όσο κανένας

Η ζωή του Λουδοβίκου Ντομινίκ άλλαξε και πάλι και άρχιζε να θυμίζει εκείνα τα πρώτα του μαθητικά χρόνια, τα ίδια που είχαν καθορίσει και το πεπρωμένο του. Τα μέρη που πλέον σύχναζε πλημμύριζαν κυριολεκτικά από πλούτη. Μια αυθάδης πολυτέλεια νεόπλουτων κυριαρχούσε παντού. Η Εκάλη, η περιοχή στην οποία εργαζόταν, είχε κατακλυσθεί –είχε κατακτηθεί καλύτερα– από ανθρώπους που τους προσέλκυε η μανία του κέρδους. Ουδέποτε του είχαν επιδειχτεί τόσα κοσμήματα, τόσος χρυσός, τόσα πολύτιμα υφάσματα στις δεξιώσεις και τα θεάματα, ούτε τόσο ακριβά αμάξια στις καθόλου κοσμοβριθείς οδούς των βορείων αυτών προαστίων. Μόνο για εκατομμύρια μιλούσαν όλοι και μόνο άλλους εκατομμυριούχους ανέφεραν.

Αντίθετα, διατηρούσαν στη δούλεψή τους ανθρώπους που έφταναν στην Αθήνα από διαλυμένα κράτη και κυρίως από εμπόλεμες ζώνες, χωρίς πόρους, χωρίς επάγγελμα, χωρίς εργασία. Δεν είχαν να δειπνήσουν καν και συγχρόνως έβρισκαν τους εαυτούς τους εν μέσω ανθρώπων οι οποίοι είχαν πλουτίσει χωρίς καμία προσπάθεια, ενώ αυτοί μάχονταν για μερικά ευρώ ημερησίως. Και εμφανίζονταν, σαν να μην έφταναν αυτά, ως γραφικοί παραμυθάδες με τις αφηγήσεις τους από την κακοτράχαλη ζωή τους και τις σκληρές τους περιπέτειες, αδιάκριτοι και ενοχλητικοί στο περιβάλλον των χορτασμένων, όπου όλοι μόνο για την ύψωση των μετοχών τους και τα πραγματοποιούμενα κέρδη ενδιαφέρονται. Η διαμονή στις επαύλεις, οι κίνδυνοι τους οποίος διέτρεχαν για να προστατεύουν το υποκείμενο της εργασίας τους, τους είχαν καταστήσει πικρόχολους, τραχείς, απογοητευμένους και περισσότερο φιλοχρήματους.

Φαντάζεται λοιπόν κανείς χωρίς κόπο ποιες μπορούσαν να είναι οι σκέψεις τους και οι πόθοι τους όταν τριγύριζαν εν μέσω όλων αυτών των πολυτελειών, που έμοιαζε να περιγελούν την ένδειά τους. Ζωηρή έμενε η εντύπωση πως είναι θύματα μιας αδικίας και το αίσθημα ότι είναι και πολύ ζώα που ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους, ενώ οι άλλοι –χάρη σε αυτούς ακριβώς– συλλογίζονται μόνο πώς να χαρούν τη ζωή και φροντίζουν απλώς πώς να συλλέξουν περισσότερο χρήμα.   

Το αίσθημα αυτό το εξέφρασε ο Ντομινίκ και εξήγαγε συμπεράσματα βάναυσα, πρακτικά και εγκληματικά. Τους είπε χωρίς προσχήματα:

«Είναι η πρόθεσή σας να ριψοκινδυνεύετε για να ζήσουν αυτοί τη ζωή τους ή εσείς τη δική σας;»

Συγκάλεσε εντός της εβδομάδας μεγάλη μυστική συνέλευση. Στη συνάντηση αυτή των δυσαρεστημένων προσήλθαν περισσότερα από διακόσια άτομα. Οι λόγοι τους οποίους είπε ο Ντομινίκ υπήρξαν σύντομοι αλλά πειστικοί. Σε λίγες μόλις λέξεις εξέθεσε το πρόγραμμά του:

«Το παν έγκειται σε δύο πράγματα: Να παίρνετε και να μην σας συλλαμβάνουν».

Αμέσως λοιπόν άρχισε η οργάνωση της μικρής αυτής στρατιάς του εγκλήματος. Ο Ντομινίκ έβαλε ως βάση την οργάνωση της συμμορίας. Είχε υπαρχηγούς, οι οποίοι βρίσκονταν σε επικοινωνία μαζί του και μόνο αυτοί γνώριζαν τα μυστικά των επιχειρήσεων. Αυτοί διαβίβαζαν κατόπιν τις αναγκαίες διαταγές στους δικούς τους. Όλοι υπόκειντο σε αυστηρότατη πειθαρχία και σε απόλυτη υπακοή στις διαταγές του αρχηγού, που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Λουδοβίκο Ντομινίκ. Όλοι ορκίζονταν μεταξύ τους αμοιβαία βοήθεια. Ο καθένας δε είχε ειδικευθεί αναλόγως των ικανοτήτων του.

Ολίγον κατ’ ολίγον, ο Ντομινίκ πέτυχε να επεκτείνει την επιρροή του, να διεισδύσει σε όλους τους κύκλους, να εξασφαλίσει παντού συνενόχους και οπαδούς. Κατά τη στιγμή της μεγαλύτερης ισχύος του, είχε άνω των δύο χιλιάδων Ντομινικανών στις διαταγές του.  Ο βιογράφος του Φουνγκ Βρετανός λέει περί αυτού: «Διεύθυνε ένα πραγματικό κράτος εν κράτει».          

Υπήρχαν κοσμηματοπώλες κλεπταποδόχοι, εκ των οποίων ένας ήταν ο χρυσοχόος του πρωθυπουργού, που μεταπουλούσαν τα κλοπιμαία και μεταποιούσαν τα πολύ χαρακτηριστικά για την πρόληψη κάθε σχετικού κινδύνου. Υπήρχαν επίσης έμποροι όπλων, οι οποίοι εφοδίαζαν τις συμμορίες του Ντομινίκ με όπλα και πυρομαχικά. Υπήρχαν ξενοδόχοι και ιδιοκτήτες μπαρ, στα οποία μπορούσαν οι Ντομινικανοί να συναντιούνται για να καταστρώνουν σχέδια, να προετοιμάζουν τις ληστρικές επιθέσεις τους, να βρίσκουν καταφύγιο ή να επικαλούνται άλλοθι και –περιστάσεως τυχούσης– να ληστεύουν ήσυχα-ήσυχα κανέναν περαστικό. Υπήρχαν χειρουργοί για να περιθάλπουν τους τραυματισμένους Ντομινικανούς και να τους βοηθούν  να αποφεύγουν τις αναζητήσεις της δικαιοσύνης. Υπήρχαν, τέλος, γραφεία οικιακών βοηθών και παροχών υπηρεσιών φροντίδας, τα οποία τοποθετούσαν στα μεγάλα σπίτια εργαζόμενους και εργαζόμενες, ούτως ώστε οι Ντομινικανοί να διαθέτουν παντού πράκτορες και κατασκόπους.  

Υπήρχαν έτσι Ντομινικανοί σε όλους τους κύκλους, υπήρχαν ακόμα και αρκετές εκατοντάδες μέσα στην αστυνομία, το λιμενικό και τα τελωνεία.       

Αυτό το θράσος του Λουδοβίκου Ντομινίκ δεν γνώριζε πια όρια. Φαίνεται ότι τίποτα δεν ήταν πλέον αδύνατον καθώς η διαφθορά είχε διεισδύσει παντού, γεγονός που ευνοούσε και τις πιο ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις του. Κατόπιν συνεχούς πίεσης της κοινής γνώμης, όπως αυτή αντανακλόταν στα δελτία ειδήσεων, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναλάβει κάποια δράση, παίρνοντας μέτρα για την αντιμετώπιση –και κάποτε την πάταξη– του φαινομένου των Ντομινικανών. Ειδικοί νόμοι, που περιέγραφαν ακριβώς τη δράση της οργάνωσης και τυποποιούσαν μια σειρά από ρόλους σε αδικήματα, ψηφίζονταν από τη βουλή σε έκτακτες συνεδριάσεις και ποινές μακρόχρονης φυλάκισης απειλούσαν όσους είχαν ακόμα και υποστηρικτικό ρόλο στο δίκτυο των Ντομινικανών. Οι νόμοι αυτοί έμειναν γνωστοί στην κοινή γνώμη με την ονομασία αντιντομινικανοί νόμοι.

Ο Λουδοβίκος Ντομινίκ έβρισκε αυτή τη νομοθεσία εντελώς δυσάρεστη, κακού γούστου και εντελώς ανάξια, όπως έλεγε, ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Αποφάσισε λοιπόν να εκδικηθεί και ο υπουργός Δικαιοσύνης εξεπλάγη υπερβολικά μια μέρα, όταν έλαβε ένα δέμα με περιεχόμενο μια χειροβομβίδα και ένα σημείωμα που τον αποκαλούσε «τον μεγαλύτερο κλέφτη της χώρας» και τον κατηγορούσε ότι ήθελε να αδικήσει μετριοφρονέστερους συναδέλφους του.               

Τόση πνευματώδης αυθάδεια, προστιθέμενη σε τόση επιτυχή πάντοτε τόλμη, προσέλκυσε υπέρ του Ντομινίκ πολλούς θαυμαστές και κατέστησε τη φήμη του τεράστια. Ο Ντομινίκ έγινε πολύ σύντομα δημοφιλής όσο κανένας.

Μην χάσετε το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir:  Δεν ήταν, έλεγαν οι θαυμαστές του, κοινός ληστής. Ήταν κάτι ανώτερο. | Δεν είναι φυσικά ανάγκη να λεχθεί ότι ο Ντομινίκ καθόλου δεν άξιζε μια τόσο κολακευτική φήμη | Με βραδείς κινήσεις εκείνος ξεκούμπωσε το μπουφάν του και με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία εναπέθεσε επί του τραπεζιού τα 280.000 ευρώ τα οποία είχε υποσχεθεί. | Ήταν ένα σκοτεινό στενό. Έπνεε σφοδρός άνεμος. Η βροχή έπεφτε με τόση δύναμη που οι σταγόνες της σχεδόν προκαλούσαν πόνο. Δεν έβλεπε κανείς σε απόσταση δυο μέτρων |