Οι λήσταρχοι της Ηπείρου (Πέμπτο επεισόδιο)

Στα ίχνη του πατέρα του | Πώς βγήκε στο κλαρί | Εμπνευστής του ο Γκέκας | Τα σφαχτά του Τσέλιγγα | Γιος αντάξιος του πατέρα | Πώς τύφλωσε έναν άτυχο γέροντα

Ο λήσταρχος Γκέκας ίσως θέλει να εμπνεύσει στον ευνοούμενό του τη συνεπή τήρηση των καθηκόντων του είτε απλώς ζητάει την αποκατάσταση της ληστρικής τάξης. Φωνάζει τον Ζίντρο και μπροστά σε όλους τους συντρόφους τού λέει:

«Άκου εδώ, ωρέ Ζίντρο. Με τον πατέρα σου τον μακαρίτη, που τον έφαγαν τα βόλια των σαραντακορονάδων κάτω στα Γιάννενα, ήμασταν σαν αδέλφια. Είχαμε ορκιστεί στη ζωή και στο θάνατο πως ποτέ δεν θα χωριστούμε. Εγώ τον άκουγα γιατί ήταν γεροντότερος και πάντα οι δουλειές που κάναμε ήταν σίγουρες. Στους μπλόκους που μας κάνανε, ξέραμε που θα ξεφεύγαμε. Είχαμε πίστη στον μακαρίτη τον πατέρα σου. Με ένα λόγο, ποτέ δεν πικραθήκαμε. Καμιά φορά που λημεριάζαμε μαζί, μου έλεγε πως αν πεθάνει θα με άφηνε αρχηγό στα παιδιά και θα μου μπιστευόταν εσένα, το παιδί του, που θα έπαιρνες το αίμα του πίσω αν τύχαινε να σκοτωθεί. Και να τώρα που ήρθε ο καιρός να κάνεις το καθήκον σου.»

«Στις διαταγές σου, καπετάνιο μου!»

«Εδώ και τρία χρόνια, με τον μακαρίτη τον πατέρα σου κάναμε μια δουλειά στα Ζαγοροχώρια. Το βράδυ που γυρίσαμε στο λημέρι, θελήσαμε να πάρουμε ένα σφαχτό να φάμε. Περάσαμε λοιπόν τη στάνη του σαρακατσάνου Γιώργη Ντούλα. Τον φωνάξαμε να μας πιάσει ένα και δεν μας χάλασε το χατίρι. Διάλεξε το καλύτερο. Τον βάλαμε κι έγδαρε το σφαχτό και το έψησε. Αποφασίσαμε να ξενυχτήσουμε στη στάνη του. Τα είχαμε όλα κι εκείνο που μας έλειπε ήταν το κρασί. Στείλαμε τον Ντούλα στο χωριό να μας φέρει. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή! Αντί να μας φέρει κρασί, μας κουβάλησε το απόσπασμα. Τη ζωή μας τη χρωστούμε στον πατέρα σου τον μακαρίτη, που έβαλε το γιαταγάνι στο στόμα και με το Μάλινχερ στα χέρια τράβηξε μπροστά. Οι σαραντακορονάδες τα ‘χασαν κι έτσι γλιτώσαμε. Εκείνη τη βραδιά ο πατέρας σου ορκίστηκε να εκδικηθεί, κι αφού δεν πρόφτασε να το κάνει εκείνος, πρέπει να το κάνεις εσύ που είσαι παιδί του.»

«Όπως διατάζεις, καπετάνιο μου!»

«Δεν διατάζω εγώ ωρέ, μα η ψυχή του πατέρα σου.»

«Φεύγω κι όλας.»

«Τήρα καλά, μωρέ Ζίντρο, μη λυγίσει η καρδιά σου από τα κλάματα αυτού του άτιμου. Άιντε τώρα στο καλό.»

Ο Ζίντρος φτάνει στη στάνη του Ντούλα μόλις έχει νυχτώσει. Τα σκυλιά της στάνης καταλαβαίνουν ότι πάτησε ξένο ποδάρι και αρχίζουν να αλυχτάνε. Οι τσομπάνηδες βγαίνουν να δουν ποιος είναι. Ο Ζίντρος έχει προτεταμένο το όπλο του. Τους πλησιάζει και τους απειλεί πως θα τους ξαπλώσει κατά γης αν βγάλουν άχνα από τα δόντια τους.

«Για τηράτε καλά, ωρέ ζαγάρια, μη φωνάξετε, γιατί θα πεθάνετε όλοι σας.»

Τρομαγμένος ένας τσομπάνης απαντάει:

«Στους ορισμούς σου, καπετάνιο μου!»

«Ποιανού είναι η στάνη αυτή;»

«Του Γιώργου του  Ντούλα».

«Έχει πολλά πρόβατα;»

«Οχτακόσια, καπετάνιο μου».

«Έχει παιδιά ο Ντούλας;»

«Έχει μια κόρη κι ένα γιο».

«Πού είναι αυτή τη στιγμή η φαμίλια του;»

«Στο κονάκι, καπετάνιο μου».

«Τραβάτε μπροστά όλοι σας και να πάτε ίσια στο κονάκι. Θέλω να δω αυτό τον άτιμο».      

Κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τα υπόλοιπα επεισόδια

Οι τσομπάνηδες οδηγούν τον ληστή στο κονάκι του Ντούλα, μισή ώρα απόσταση από το στανοτόπι. Μόλις φτάνουν εκεί, ένας από αυτούς ειδοποιεί το αφεντικό του πως τον ζητάει ένας καπετάνιος αρματωμένος. Ο Ντούλας καταθορυβημένος ζητάει να μάθει από τον ποιμένα ποιος είναι. Την ερώτηση αυτή άκουσε ο ληστής, ο οποίος βρισκόταν έξω, και φωνάζει:

«Έβγα όξω, ωρέ Ντούλα παλληκαρά, και θα δει ποιος είμαι».

Ο Ντούλας βγαίνει κατατρομαγμένος. Βλέπει τον ληστή και του υποβάλλει τα σέβη του:

«Καλώς όρισες, καπετάνιο μου!»

«Καλώς να χαίρεσαι, ωρέ Ντούλα. Τι νέα από τα χωριά;»

«Καλά, καπετάνιο μου».

«Με ξέρεις εμένα, ωρέ Ντούλα;»

«Όχι, καπετάνιο μου».

«Κι όμως, πρέπει να με ξέρεις».

«Όρκο στην τιμή μου».

«Ποια τιμή, ωρέ Ντούλα; Πού την βρήκες εσύ την τιμή, ωρέ παλιόσκυλο;»

«Δεν σε θυμάμαι, καπετάνιο μου».

«Τότε θα θυμάσαι ποιος ήρθε εδώ στη στάνη σου, εδώ και τρία χρόνια».

«Ούτε κι αυτό θυμάμαι».

«Λες αλήθεια μωρέ πως δεν θυμάσαι;»

«Πού να θυμηθώ, καπετάνιο μου;»

«Δεν θυμάσαι αν πρόδωσες κανέναν μωρέ; Εκείνο το παλιόσκυλο τον Ζίντρο δεν τον θυμάσαι;»

«Ναι, ναι, καπετάνιο μου».

«Το θυμάσαι καλά αυτό;»

«Πώς δεν το θυμάμαι! Ήταν μαζί με τον Γκέκα».

«Ξέρεις πως πέθανε αυτό το παλιόσκυλο», λέει ειρωνικά ο Ζίντρος, «εδώ και ένα χρόνο;»

«Το ξέρω, καπετάνιο μου. Πήγα μάλιστα και μάρτυρας στη δίκη του. Ζήτησα και αποζημίωση για τα σφαχτά που μου πήρε. Δεν ξέρεις καπετάνιο μου τι παλιόσκυλο ήταν, ανάθεμα την ψυχή του! Είχε ρημάξει τις στάνες. Ήταν ένας κατσικοκλέφτης και τίποτα παραπάνω…»

«Σου είχε φάει πολλά σφαχτά εσένα Ντούλα;»

«Δεν θυμάμαι, καπετάνιο μου. Μα ίσως περισσότερα από οχτώ».

«Καλά, πόσες φορές ήρθε στη στάνη σου;»

«Πολλές φορές, καπετάνιο μου».

«Παίρνεις όρκο γι αυτό που λες, ωρέ Ντούλα;»

«Να μου χυθούν τα μάτια, καπετάνιο μου!»

«Σε πιστεύω, ωρέ Ντούλα. Φαίνεσαι τίμιος άνθρωπος. Τώρα θα σου ειπώ ποιος είμαι, μα τήρα να μην μου κάνεις εμένα τα ίδια. Είπαμε πως είσαι τίμιος και ορκίστηκες στα μάτια σου. Πρέπει να κρατήσεις τον όρκο σου».

«Ναι, καπετάνιο μου. Εσύ φαίνεσαι καλός άνθρωπος».

«Ευχαριστώ, ωρέ Ντούλα. Μα δεν μου λες, ξέρεις την παροιμία πως το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά;»

«Ναι, βέβαια την ξέρω».

«Τότε εγώ πως είμαι καλός άνθρωπος, αφού ο πατέρας μου ο γερο-Ζίντρος ήταν κατσικοκλέφτης;» τον ρωτάει ο Ζίντρος και ο Ντούλας σωριάζεται κατά γης. «Γιατί τρέμεις, ωρέ Ντούλα; Κουράγιο μωρέ!»

«Καπετάνιο μου…»

«Θυμήσου τον όρκο σου πως είσαι τίμιος. Πρέπει να κουβεντιάσουμε τίμια. Τι σου έκανε μωρέ ο πατέρας μου και πήγες να τον προδώσεις;»

«Έλεος, καπετάνιε μου».

«Πες μου τι είπες στη δίκη;»

«Είπα…»

«Μην ξεροκαταπίνεις. Είπαμε να κουβεντιάσουμε. Φώναξε τα παιδιά σου, για να έχουμε μάρτυρες».

Τα παιδιά του εμφανίζονται μετά από λίγο και η εξομολόγηση αρχίζει.

«Θα σου πω την αλήθεια, καπετάνιο μου. Τον πατέρα σου θέλησα να τον προδώσω και τον πρόδωσα, γιατί μου υποσχέθηκαν πως με το κεφάλι του θα έπαιρνα πολλές χιλιάδες. Φτωχός άνθρωπος ήμουν και σκέφτηκα πως αν σκοτωνόταν και ένας ληστής δεν θα χανόταν το βιλαέτι. Σου είπα την αλήθεια, καπετάνιο μου. Είμαι στα χέρια σου».

«Και δεν μου λες, Ντούλα. Τόσο φτωχός είσαι, που θέλησες να πάρεις λεφτά από το κεφάλι του πατέρα μου;»

«Καπετάνιο μου…»

«Τώρα κάνε το σταυρό σου, γιατί θα πεθάνεις».

«Αμάν καπετάνιο μου!»

«Πρέπει να θυμηθείς τον όρκο σου!»

«Καπετάνιο μου…»

«Δέστε τον καλά στο δέντρο», διατάσσει τους τσομπάνηδες και εκείνοι εκτελούν τη διαταγή του.

Ο Ζίντρος, πλησιάζοντας τον ωχρό Ντούλα, του λέει:

«Δεν σε σκοτώνω. Δεν αξίζει να σε σκοτώσω, γιατί είσαι ένα παλιοτόμαρο. Θα σου βγάλω μονάχα τα μάτια, για να μη βλέπεις τις ομορφιές της ζωής. Δεν αξίζουν να βλέπουν οι προδότες και οι παραδόπιστοι. Τα παιδιά σου που θα σε γηροκομήσουν πρέπει να σε βλέπουν και να συλλογιούνται το κακό που έκανες στον πατέρα μου».

Στο επόμενο επεισόδιο: Ο λήσταρχος Τσόγκος | Ιούλιος του 1925 | Η άδικη κατηγορία κατά του Μουλάκα | Η απάτη του Διακούνα | Πώς ο λήσταρχος Τσόγκος τιμωρεί τον Διακούνα