Οι λήσταρχοι της Ηπείρου (Τρίτο επεισόδιο)

Κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τα προηγούμενα επεισόδια

Ο λήσταρχος Ηλίας Ντάγκας | Τέλη Μαΐου 1923 | Τα μάτια της δεσποινίδος Ντάγκα | Ένας άγριος φόνος | Να τον φάνε τα κοράκια | Στο κλαρί | Η οικογενειακή παράδοση

Ο Γεώργιος Ρόκας,  συνοδευόμενος από έναν αγωγιάτη, κατευθύνεται προς το χωριό Νιαγκάτες για να αγοράσει σφαχτά. Ο κτηνοτροφικός πληθυσμός γνωρίζει πολύ καλά τον Ρόκα και μόλις φτάνει τον υποδέχονται και τον φιλοξενούν. Ο Ρόκας εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής του και παρακαλεί έναν θείο του Ντάγκα να τον βοηθήσει με την εργασία του.

Την επόμενη μέρα, γυρίζει στα διάφορα ποιμννιοστάσια και χωρίζει τα σφαχτά, τα οποία και πληρώνει στους ιδιοκτήτες. Το βράδυ, επανέρχεται στους Νιαγκάτες και κατά διαταγή του διοργανώνεται γλέντι στο οποίο μετέχουν οι κτηνοτρόφοι. Μεταξύ αυτών και ο Ντάγκας. Το γλέντι ακολουθεί όλη τη νύχτα και ο Ρόκας μεθυσμένος αρχίζει και τραγουδάει μερικά δίστιχα ηπειρώτικης μουσικής: «Μαύρα μάτια και μεγάλα, μαύρα μάτια με κοιτάζουν και μου γλυκοκουβεντιάζουν». Απέναντί του ακριβώς κάθεται η αδελφή του Ντάγκα. Τη λένε Βάσω και είναι μια όμορφη βοσκοπούλα με ωραία μαύρα μάτια.

Έξαλλος ο Ντάγκας σηκώνεται από τη θέση του και απευθύνει στον Ρόκα το παρακάτω ερώτημα:

«Για ποιον τα λες αυτά, ωρέ παλιοτόμαρο; Τι σου πέρασε η ιδέα πως είσαι, βρε ρεμπεσκέ; Τα λεφτά σου να τα βράσεις και να πιεις το ζουμί τους. Σ’ εμάς δεν περνάνε. Να πας να τα κάνεις εκεί που περνάνε αυτά, όχι στους τσομπάνηδες. Σου πετάω τα μυαλά στο ταβάνι ώσπου να πεις κύμινο, μαγκούφη».

Αυτά λέει ο Ντάγκας και βγάζει από το σελάχι του τεράστιο μαχαίρι και, πριν το κατεβάσει στο κεφάλι του Ρόκα, προλαβαίνουν να του πιάσουν οι άλλοι το χέρι και να τον συγκρατήσουν. Ο Ρόκας έκπληκτος προσπαθεί να δικαιολογηθεί, αλλά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, καθώς ο Ντάγκας συνεχίζει:

«Τέτοια ζωντανά που είστε, καλά να σας κάνει αυτός ο πολιτισμένος. Ήρθε εδώ να αγοράσει τα σφαχτά μας και θέλει να αγοράσει και την τιμή μας. Αν είχατε φιλότιμο, θα τον πετσοκόβατε όχι γιατί προσέβαλε την αδελφή μου, μα γιατί κόλλησε σε όλους σας τη ρετσινιά. Μα έγνοια σας, κύριε πολιτισμένε, και δεν θα σ’ αφήσω έτσι εγώ. Τον πατέρα μου τον έφαγε χωροφυλακίστικο βόλι. Ας με φάει κι εμένα για το χατίρι σου».

Το βράδυ περνάει και το επόμενο πρωί έρχεται. Ο Ρόκας, πριν φύγει και παρά τις προσβολές που δέχτηκε, ζητάει να δει τον Ντάγκα για να του δώσει εξηγήσεις, όμως είναι αδύνατον να τον βρει. Ο Ντάγκας έχει φύγει από το χωριό το πρωί, άγνωστο για πού. Οι κτηνοτρόφοι φοβούμενοι ενέδρα παρακαλούν τον Ρόκα να μείνει μέχρι την άλλη μέρα, οπότε θα διέλθει ο αποσπασματάρχης της περιφέρειας να τον συνοδεύσει.

Ο Ντάγκας παραμονεύει έξω από το χωριό να περάσει ο Ρόκας. Ένας χωρικός, που έχει προηγούμενα με τον Ρόκα, σπεύδει να τον ενημερώσει για τα διατρέξαντα. Έξω φρενών εναντίον των χωριανών του και βλέποντας πως το σχέδιό του αποτυχαίνει, επιστρέφει στους Νιαγκάτες.

«Τέτοιο άτιμοι που είναι, καλά να τους κάνει ο Ρόκας. Τους προσβάλλει και τον φυλάνε κι όλας. Μα έννοια σου και δεν θα γλιτώσει.»

«Και δεν είναι αυτό μονάχα, Ηλία μου. Αυτός ο πολιτισμένος είπε του κόσμου τα πράγματα για την αδελφή σου…»

«Τι λες, ωρέ;»

«Και βέβαια. Τον άκουσα με τα αυτιά μου!»

«Τι έλεγε μωρέ; Λέγε μου!»

«Να, έλεγε δηλαδή ότι η αδελφή σου του έκανε τα γλυκά μάτια και πως στο άλλο ταξίδι που θα περάσει από εδώ θα την πάρει μαζί του για υπηρέτρια.»

«Α, τον άτιμο! Τι άλλο έλεγε μωρέ; Λέγε γιατί ήρθε το αίμα στο κεφάλι μου.»

«Είπε ακόμα πως εσύ είσαι ένα παλιόπαιδο που δεν μπορεί να σου δώσει σημασία και αν σε δει θα σε σκαμπιλίσει.»

«Εμένα μωρέ;»

«Ναι, εσένα. Είσαι λέει ένας από εκείνους τους κουτσαβάκηδες που κάνουνε το θεριό και ύστερα κάθονται και τις τρώνε.»

Αυτό είναι αρκετό. Αλλόφρονας ο Ντάγκας πηγαίνει σπίτι του και παίρνει τον γκρα του πατέρα του. Αμέσως, κατευθύνεται στο σπίτι που κατέλυσε το βράδυ ο Ρόκας. Η εμφάνισή του θορυβεί τον Ρόκα, ο οποίος ρωτάει τον οικοδεσπότη τι συμβαίνει. Την απάντηση δίνει ο Ντάγκας:

«Γιατί, ωρέ Ρόκα, δεν αφήνεις σε ησυχία το σπίτι μου; Τι σου χρωστάω μωρέ και μου λερώνεις την τιμή του σπιτιού μου με τα σάλια σου;»

«Μα τι έκανα, βρε Ντάγκα, και δεν το ξέρω;»

«Τι άλλο ήθελες να μου κάνεις μωρέ από αυτό που μου έκανες; Γιόμησες τον κόσμο με τα λόγια σου σήμερα που έλειπα από εδώ.»

«Βρε παιδί μου, όποιος σου είπε αυτό, σε γέλασε.»

«Δεν γελιέται του Ντάγκα το παιδί εύκολα, Ρόκα! Μάθε πως η μάνα που με γέννησε κοιλοπόνεσε την ώρα που ο διάβολος έσερνε το νεραϊδοχορό στο πλατανόρεμα. Ο πατέρας μου, αντί για ευχή, μου άφησε μια μαχαιριά στη δεξιά πλευρά της πλάτης μου και μου είπε σαν θα μεγαλώσω να θυμάμαι το αίμα που έχυσα και να εκδικιέμαι αλύπητα εκείνους που θα με κεντήσουν στην καρδιά. Κι εσύ με πρόσβαλες. Είσαι ο πρώτος που σηκώνεις το μπόι σου μπροστά μου και πρέπει να πεθάνεις.»

Ο Ντάγκας σηκώνει το όπλο και πυροβολεί τον Ρόκα. Νεραϊδοχοροί στο πλατανόρεμα, πατρικές μαχαιριές στη δεξιά πλευρά της πλάτης αντί για ευχή και κεντήματα στην καρδιά είναι τα προτελευταία αλλόκοτα λόγια που ο Ρόκας ακούει. Η τελευταία φράση που ακούει είναι «πάρτην». Ο Ντάγκας πετυχαίνει τον έμπορο στη καρδιά. Τον αφήνει άπνουν.

Το επόμενο πρωί, το χωριό είναι ανάστατο και ο Ντάγκας εξαφανισμένος. Το μεσημέρι καταφτάνει στο χωριό οπλισμένος μέχρι τα δόντια. Πηγαίνει σπίτι του και πληροφορείται πως οι χωρικοί ετοιμάζονται για την κηδεία του Ρόκα. Αυτό τον εξαγριώνει περισσότερο. Οπλισμένος όπως είναι πηγαίνει στο νεκροταφείο και πριν το φέρετρο εναποτεθεί στον τάφο, φωνάζει στον ιερέα να σταματήσει.

-Στάσου όρε παπά με τις ευχές σου. Και σεις όρε χωριανοί παραμερίστε. Αυτόν που πατε να θάψετε αυτή τη στιγμή είναι ένας άτιμος που θέλησε να προσβάλει το σπίτι μου. Εγώ ο Ντάγκας δεν θέλω να τον θάψετε εδώ στο νεκροταφείο που κοιμούνται η μάνα μου και ο παππούς μου. Θα τον κάνω κομμάτια και να τον δώσετε σεις με τα χέρια σας, στα σκυλιά να τον φάνε.

Μόλις τελειώνει τον λόγο του, αρπάζει το πτώμα και με μια τεράστια χατζάρα το τεμαχίζει και πετάει τα κομμάτια έξω από το νεκροταφείο φωνάζοντας:

-Όποιος από σας βαλθεί να θάψει κανένα κομμάτι από τον άτιμο αυτόν, να φροντίσει πρώτα να ανοίξει το καβούρι του. Εμένα από σήμερα δεν θα με ξαναδείτε. Πάω εκεί που ήταν ο πατέρας μου. Στο χωριό σας δεν θα ξανάρθω μα προσέξτε μη μάθω πως είπατε κακό για μένα γιατί δεν θα μείνει ποδάρι από σας. Θα σας πελεκίσω σαν κατσίκια.  

Την επόμενη Πέμπτη στο red n’ noir: Η κοινωνική πολιτική του λήσταρχου Καραπάνου | Ο καημός της βασιλοπούλας | η εξομολόγηση | Η συγκίνηση του ληστή |Το συνοικέσιο | Ο γάμος | Γιατί θρήνησαν τον θάνατο του