Οι λήσταρχοι της Ηπείρου (Τέταρτο επεισόδιο)

Κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τα προηγούμενα επεισόδια

Η δράση του Καραπάνου| Ο καημός της βασιλοπούλας | η εξομολόγηση | Η συγκίνηση του ληστή |Το συνοικέσιο | Ο γάμος | Γιατί θρήνησαν τον θάνατο του

Μια θεάρεστη πράξη έχει να επιδείξει κι ο λήσταρχος Καραπάνος. Δρώντας, κατά προτίμηση, μεταξύ Κερασόβου, Άρτας και Φιλιππιάδας, μια μέρα που λημέριαζε σε μια ρεματιά, συναντάει τη φτωχή ποιμενίδα Ευαγγελία Μέριζου να φυλάει τα λίγα πρόβατά της. Είναι μεσημέρι και τα πρόβατα σταλίζουν κάτω από έναν πλάτανο. Η ποιμενίδα ασχολείται με το πλέξιμο καλτσών. Ο λήσταρχος, του οποίου το λημέρι βρίσκεται λίγα βήματα μακριά, προχωράει σιγά σιγά και την πλησιάζει. Εκείνη, μόλις τον βλέπει, κατατρομάζει.

«Μην φοβάσαι», της λέει, καθησυχάζοντάς την ο λήσταρχος. «Άνθρωπος είμαι και εγώ, γεννημένος από μάνα».

«Ποιος είσαι συ;» τολμά να πει δειλά η ποιμενίδα.

«Το όνομά μου το ακούν και τρέμουν και τα κλαριά. Μα εσύ δεν πρέπει να σκιάζεσαι. Ο Καραπάνος δεν πειράζει γυναίκες, γιατί έχει φιλότιμο απάνου του.»

«Καραπάνος…»

«Ναι, είμ’ ο Καραπάνος. Αλίμονο σε εκείνον που θα θελήσει να μου κάνει κακό. Καλύτερα να φάει μονάχος του τα συκώτια του, παρά να πέσει στα χέρια μου. Μα εκείνος που θα μου κάνει καλό θα με σκλαβώσει και θα έχει πάντα έναν προστάτη κοντά του.»

«Καπετάνιο μου…»

«Μη σκιάζεσαι, κοπέλα μου, και κακό δεν παθαίνεις από μένα. Ξέρω ποια είσαι και τι φτώχεια σε δέρνει. Ήρθα για να σε βοηθήσω. Θα ήθελα όμως να μου πεις όλη την αλήθεια, για να μπορέσω να σε βοηθήσω!»

«Ρώτα με κι αν ξέρω, καπετάνιο μου, να σου πω μετά χαράς.»

«Ξέρεις, ωρή Βαγγελιώ, και θα μου ειπείς σαν να κουβέντιαζες με τον πατέρα σου.»

«Ό,τι θέλεις, καπετάνιο μου.»

«Αγαπάς κανέναν, Βαγγελιώ;»

Η ερώτηση αυτή κάνει τη  φτωχή να ωχριάσει και να τα χάσει. Κοιτάζει τον ληστή με απορία, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη.

«Γιατί δεν απαντάς, βρε κοπέλα μου; Δεν σου είπα να μην σκιάζεσαι, δεν σου είπα πως έχεις μπροστά σου έναν πατέρα; Ορκίζομαι, να φάω τα κόκαλα της μάνας μου, πως αλήθεια σου λέω, κι αν τύχει και μαρτυρήσω τον πόνο σου σε κανέναν, τα όρνια να μου φάνε τη γλώσσα.»

Η ποιμενίδα αποκτάει σιγά σιγά εμπιστοσύνη προς τον ληστή και απαντάει στην ερώτησή του:

«Θα σου πω, καπετάνιε μου. Πιστεύω στον όρκο που ‘δωσες πως κανένας δεν θα μάθει το μυστικό μου, εκτός από σένα και τα λιθάρια που είναι εδώ στο ρέμα».  

«Λέγε, ωρή Βαγγελιώ, κι αν περνάει από το χέρι μου, γλήγορα θα πιω κρασί στα στέφανα».

Η ομολογία

«Αγαπάω, καπετάνιο μου, ένα παιδί ως είκοσι χρονών. Είναι τώρα στρατιώτης, μα εδώ και λίγες μέρες ήρθε με άδεια στους δικούς του. Μια μέρα, που βόσκαγα τα πρόβατά μου εδώ πάνου στην πλαγιά, τον είδα να καταβαίνει. Με καλημέρισε και του απάντησα. Ήρθε κοντά μου και με ρώτησε το όνομά μου και του το είπα. Από τότε, κάθε μέρα βλεπόμαστε στο ίδιο μέρος. Κουβεντιάζουμε για πολλά πράγματα. Μα μέσα σε όλα αυτά, κανείς από τους δυο μας δεν τολμούσε να ειπεί για ποιο λόγο ώρες ολόκληρες καθόμαστε και κουβεντιάζαμε. Μια μέρα όμως, που τα απόσκια είχαν γείρει και κατέβαζα τα πρόβατα στη στρούγκα, τον είδα να έρχεται από τη ρεματιά. Σαλάγισα γλήγορα τα πρόβατα και τα ‘στριψα προς το μέρος του επίτηδες. Αυτός άκουσε το γαλαροκούδουνο και κατάλαβε πως δικά μου ήταν τα πρόβατα. Ήρθε και κάθισε σε τούτο εδώ το μέρος που βρισκόμαστε τώρα εμείς, που ήξερε πως είναι το πέρασμά μου.

Εγώ επίτηδες δεν κατέβαινα, γιατί φοβόμουν μη μας δει κανένα μάτι και αλίμονο από την πομπή που θα με καρτέραγε. Είχε σουρουπώσει κι ακόμα με καρτέραγε. Τότε, με φλετουργιασμένη καρδιά, κατέβηκα στη ρεματιά και πήγα κοντά του. Κάτι μου ‘λεγε μέσα μου πως εκείνη τη βραδιά θα μου κουβέντιαζε ανοιχτά. Θα μου έλεγε εκείνο που εγώ ποτέ δεν θα μπορούσα να ειπώ. Δεν γελάστηκα.

Αρχίσαμε την κουβέντα, μα εγώ έκανα πως βιαζόμουνα. Με ρώτησε αν ποτέ στη ζωή μου αγάπησα και του είπα πως ποτέ δεν αγάπησα και ποτέ δεν θα αγαπήσω, γιατί η φτώχεια δεν μπορεί να έχει καρδιά. Μόνο αν βρεθεί κανένας σκηνίτης, φτωχός σαν κι εμένα, μπορούσε να με προξενέψει η μάνα μου. Αυτός τότες με ρώτησε αν του είχα μπέσα, κι επειδή καταλάβαινα τι θα μου ειπεί, του απάντησα πως δεν σκέφτηκα πως μπορούσε να μου κάνει κακό. Μου είπε τότε πως μ’ αγαπάει κι αν θέλω να γίνω γυναίκα του.

Η άρνηση

Στην αρχή δεν απάντησα, μα αυτός επέμενε. Τότε, του είπα πως αυτό ονειρευόμουν από την ημέρα που πρωτοειδωθήκαμε στην πλαγιά, μα ποτέ δεν μπορούσε να γίνει, γιατί αυτός ήταν παιδί του πλούσιου Χριστοφίλιου κι εγώ μια πτωχιά, που οι γονέοι του πότε δεν θα με δεχόντουσαν για νύφη τους.

«Αν θέλω εγώ», μου είπε τότε, «ο πατέρας μου και η μάνα μου δεν έχουν λόγο. Μπορούν να με αποκληρώσουν, μα εγώ μαζί με σένα θέλω να περάσω τα νιάτα μου».

Ωστόσο, μόλις πήγε στο σπίτι του, ρώτησε και τον πατέρα του, μα αυτός μόλις τ’ άκουσε έγινε θεριό. Μου το είπε την άλλη μέρα που ξανασυναντηθήκαμε και μ’ ορκίστηκε πως θα άφηνε τους γονέους του, για να με πάρει γυναίκα του. Τον πίστεψα, γιατί την ώρα που μου έλεγε αυτά, είδα τα μάτια του να βουρκώνουν. Βλεπόμασταν κάθε μέρα. Για τη βοσκή διαλέγαμε την ίδια πλαγιά, που μάτι δεν μας βλέπει. Πέρασαν δυο μήνες και τον πήραν στρατιώτη. Δεν τον ξαναείδα, μα ούτε να μου γράψει μπορούσε, γιατί εγώ δεν ήξερα γράμματα. Φαντάστηκα πως με λησμόνησε, μα εδώ και λίγες ημέρες, την ώρα που σκάριζα τα ρημαδιακά μου, είδα έναν στρατιώτη να έρχεται προς τα εδώ. Όσο κοντοζύγωνε, τόσο η περπατησιά του μου φαινόταν γνωστή. Ήταν ο Κώστας μου. Μόλις με είδε, χώθηκε στην αγκαλιά μου και μου είπε πως ποτέ δεν μπορούσε να με αρνηθεί γιατί ήμουν πτωχιά κι ορφανή.

Σε πέντε μέρες ξαναφεύγει για το ταχτικό και μου είπε πως άμα αφεθεί θα παντρευτούμε. Αυτός είναι ο πόνος μου, καπετάνιο μου, που μόνο εγώ, εσύ κι ο Κώστας τον ξέρουμε».

«Είπες πως δεν θέλουν οι γονέοι, ωρή Βαγγελιώ;»

«Ναι, καπετάνιο μου!»

«Θα τους κάνω εγώ ωρή να θελήσουν. Μα αν τύχει και δεν θελήσουν, τότε εγώ θα σου κάνω το προικιό σου και θα σε δώσω εκεί που αγαπάς. Απόψε το βράδυ, θα πάω να ανταμώσω τον Χρισοφίλιο και θα του ειπώ ένα λόγο».

Το Δίκαιο του ληστή

Πράγματι, το ίδιο βράδυ, ο ληστής μεταβαίνει στη στάνη του Χριστοφίλιου. Την ώρα εκείνη, η οικογένεια τρώει. Η εμφάνιση του ληστή καταθορυβεί την οικογένεια και ιδιαιτέρως τον γέροντα Χριστοφίλιο, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τι μπορούσε να κοστίσει μια τέτοια εμφάνιση ληστή στη στάνη του.

«Μη φοβάσαι, ωρέ Χριστοφίλιε», λέει ο ληστής. «Δεν ήρθα για κακό. Μόνο ήρθα να ρωτήσω τον γιο σου Κώστα για κάτι που πρέπει να απαντήσει».

Και στρεφόμενος προς τον νεαρό Κώστα, λέει:

«Ξέρω, ωρέ Κώστα, πως αγαπάς μια κοπέλα και την αγαπάς τίμια σαν άντρας. Ξέρω ακόμα τον καημό σου πως οι γονέοι σου δεν τη θέλουν για νύφη».

«Καπετάνιο μου», τόλμησε να ειπεί ο γέρων Χριστοφίλιος.

«Με το ζόρι ωρέ ξέρω δεν γίνονται τέτοιες δουλειές. Είναι καλύτερα ωρέ το παιδί να έχει την ευχή του γονιού, παρά την κατάρα και τα πλούτη του. Ξέρω ακόμα πως ο Κώστας, παρά τη θέλησή σας, θα την παντρευτεί την ορφανή κοπέλα, γιατί είναι άντρας τίμιος που δεν προσκυνάει λεφτά και δεν θέλει να πάρει το κρίμα της ορφανής. Καλύτερα να πέσει αραποβλογιά στα ζωντανά σου, παρά να πάρεις το κρίμα της ορφανής στο λαιμό σου. Για αυτό, την ορφανή θα την προικίσω εγώ. Τα λεφτά που θα της δώσω ας τα πάρει ο Κώστας να στεριώσει σπίτι. Είναι λεφτά άδικα, μα όταν γίνονται προικιό για την ορφανή ο θεός σγχωράει».

Και αποτεινόμενος προς τον Κώστα, του λέει:

«Τη θέλεις με την καρδιά σου για γυναίκα, ωρέ λεβέντη, τη Βαγγελιώ; Πες το ξάστερα».

«Καπετάνιο μου…»

«Μπας και φοβάσαι τους γονέους σου μωρέ;»

«Δεν φοβάμαι κανέναν εγώ, καπετάνιε. Τη Βαγγελιώ την αγαπάω κι άμα γυρίσω από το ταχτικό θα την πάρω για γυναίκα μου. Ο πατέρας μου μπορεί να μη τη θέλει για νύφη. Ας με ξεγράψει από παιδί του. Για το προικιό που είπες δεν θέλω τίποτα να της δώσεις, γιατί ο κόσμος έχει γλώσσα».

«Του την κόβω εγώ τη γλώσσα, ωρέ Κώστα, αν κοτήσει κανένας να ειπεί κακό για σας τους δύο».

«Όχι, καπετάνιο μου. Δεν θέλω να δώσεις προίκα εσύ, γιατί τότε είναι σαν να μου λες πως εγώ δεν μπορώ να ζήσω μόνος μου με τη γυναίκα που αγαπώ».

«Είσαι καρδιά, ωρέ Κώστα. Μπράβο παλικάρι μου. Αν δεν θέλεις τα λεφτά μου, τότε θα δεχτείς τη φιλία μου. Όπου κι αν πας, όπου κι αν γυρίσεις, ξέρε πως κοντά σου θα είμαι, κι αλίμονο σε εκείνον που θα πει κακό για σένα. Ένα λόγο ακόμα θέλω να σου ειπώ».

Ο γάμος   

«Ό,τι θέλεις καπετάνιε μου».

«Η κοπέλα ξέρω πως σε αγαπάει, ωρέ λεβέντη μου. Θα ήταν λοιπόν κρίμα να περιμένει η φτωχιά τόσο καιρό που θα είσαι στρατιώτης εσύ. Αν θέλεις, μπορείς να την παντρευτείς πριν φύγεις, και μάλιστα την Κυριακή. Έτσι, αν δεν είσαι κοντά της εσύ ο ίδιος, ο ίσκιος σου θα την προστατεύσει. Τον τρόπο για να ζήσει όσο να έρθεις με το καλό θα τον έχει, όσο φτωχικά κι αν περάσει».

«Αυτό που λες, καπετάνιο μου, το είχα στο νου μου να της το ειπώ ταχιά που θα πήγαινα να την ανταμώσω».

«Άσε να της πάω εγώ τα συχαρίκια, ωρέ Κώστα, απόψε κι όλας».

«Όπως θέλεις, καπετάνιο μου».

Ο γερο-Χριστοφίλιος, ακούγοντας το διάλογο, σταματάει τον Καραπάνο που σηκώνεται να φύγει.

«Στάσου, ωρέ καπετάνιο, να ειπώ κι εγώ μια κουβέντα σαν πατέρας που είμαι.»

«Θέλεις να καταραστείς, ωρέ γέρο; Αν το σκέφτεσαι ωρέ αυτό, κάμε το τώρα, προτού γίνει το μυστήριο, γιατί τώρα δεν θα πιαστεί η κατάρα σου.»

«Όχι, καπετάνιο. Θέλω να δώσω την ευχή μου. Εάν και το παιδί μου θέλει τη Βαγγελιώ για γυναίκα του, με γεια του με χαρά του. Εγώ, στην αρχή που μου το είπε εδώ και δυο μήνες, νόμιζα πως είναι κουβέντες παιδιάστικες, μα τώρα πιστεύω. Με την ευχή μου να γίνουν οι χαρές την Κυριακή.»

Ο Καραπάνος μεταβαίνει την ίδια νύχτα και αναγγέλλει το γεγονός στη Βαγγελιώ, και την Κυριακή, μαζί με τον σύντροφό του Σταύρο, παραστέκονται στους γάμους και σέρνουν τον χορό με τα νιόγαμπρα…  

Την επόμενη Πέμπτη στο red n’ noir: Ο νεαρός ληστής Ζίντρος | Στα ίχνη του πατέρα του |Πως βγήκε στο κλαρί |Εμπνευστής του ο Γκέκας | Τα σφαχτά του Τσέλιγγα |Γιος αντάξιος του πατέρα | Πως τύφλωσε έναν ατυχή γέροντα