Οι λήσταρχοι της Ηπείρου (Δεύτερο επεισόδιο)

Ο λήσταρχος Γκέκας | 1919 | Πώς συνέβη και βγήκε στο κλαρί | Αίσθημα | Ειδύλλιο | Απαγωγή | Γάμος | Ζηλοτυπία |Φόνος

Δίπλα σε μια ρεματιά, έξω από το Ζέρκοβο, στέκεται ο δεκαοχτάχρονος Γκέκας. Περιμένει τη δεκαεξάχρονη ωραία Μαρούλα, που εκείνη την ώρα φεύγει από τη στάνη για να επιστρέψει στο σπίτι της. Περνάει από μπροστά του, τη βλέπει και τη χαιρετάει. Συνεσταλμένη εκείνη, του ανταποδίδει το χαιρετισμό και επιταχύνει το βήμα της.

«Γιατί, ωρή Μαρούλα», της λέει, «δεν με καταδέχεσαι; Είσαι τσελιγγοπούλα, το παραδέχομαι, αλλά κι εγώ, μη λησμονάς, έχω τον τρόπο μου. Δόξα σοι ο θεός, έχω κι εγώ λίγα γιδοπρόβατα».

«Και τι θέλεις από μένα, Γκέκα;» απαντάει κατακόκκινη η Μαρούλα.

«Θέλω να καθίσεις να σου ειπώ δυο κουβέντες.»

«Μα αν μας δει κανένας, τι θα πει, καημένε Γκέκα;»

«Δεν θα πει τίποτα. Κι αν πει, θα κόψω τη γλώσσα του να τη φάνε τα σκυλιά.»

«Μολόγα το λοιπόν! Σε ακούω.»

«Με ξέρεις, ωρή Μαρούλα, για τίμιο παιδί;»

«Τίμιος και καλός είσαι.»

«Δίνεις μπέσα σε μένα;»

«Το παραδέχομαι.»

«Τότε, πρέπει να μάθεις από σήμερα πως σ’ αγαπώ.»

«Μ’ αγαπάς;»

«Σ’ αγαπώ! Και ό,τι θέλεις θα κάνω να το πιστέψεις. Θέλεις να ρίξω τα πρόβατα στο βάλτο να τα φάει η κλαπάτσα; Αν το θέλεις, ποδάρι δεν θα μείνει. Όσες φορές περνάω από τη στάνη του πατέρα σου, πάντα ρωτάω τα τσομπανόπαιδα για σένα. Από την πρώτη μέρα που σε είδα να ροβολάς στην κουμουροπλαγιά, δεν μπόρεσα να σου μιλήσω, γιατί τα μάτια μου θάμπωσαν και δεν έβλεπα μπρος μου. Τώρα στο λέω. Μα αν τύχει και μου πεις όχι, μη μαρτυρήσεις σε κανέναν τίποτα και μου κάνουν παιχνίδι μέσα στις στάνες.»

«Καλά, δεν μαρτυρώ τίποτα.»

«Αυτό μου λες μονάχα;»

«Τι θέλεις άλλο;»

«Ήθελα να μου ειπείς αν μ’ αγαπάς κι εσύ. Ήθελα να μου ειπείς αν πρέπει να ζήσω ακόμα ή πρέπει να πέσω στα βράχια να με φάνε τα όρνια. Ό,τι μου πεις θα κάνω.»

«Τι να σου πω, ρε Γκέκα; Καλό κι άξιο παλικάρι είσαι. Δεν ήθελα καλύτερο από σένα για άντρα μου. Μα ο πατέρας μου…»

«Όποιος αγαπάει ξέρει να αρνιέται τους γονείς του. Αν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου, μάθε πως και του πουλιού το γάλα θα σου φέρνω. Θα τρως καρδιά από ζαρκάδι το γιόμα και το βράδυ πέρδικας φτερούγα. Το βιος μου είναι δικό σου. Θα πουλήσω τα μισά μου γίδια να σου πάρω τα στολίδια σου.»

«Μα ο πατέρας μου…»

«Αν μ’ αγαπάς, κι αυτός θα το δεχτεί. Δεν έκανα τίποτα κακό στον κόσμο για να μη με δεχτεί.»

«Τότε, ταχιά το σούρουπο, θα έρθεις στη στάνη του πατέρα μου και να του το πεις. Και αν δεν δεχτεί, να έρθεις σε μένα, στην ίδια μεριά, να με καρτερήσεις.»

—–

Περνάει η μέρα και φτάνει ο Γκέκας στη στάνη. Ο Κάρκουλας μόλις έχει τελειώσει το άρμεγμα και ετοιμάζεται να φύγει.

«Καλές σου ώρες, μπάρμπα Στέλιο!»

«Καλώς τον Γκέκα. Πώς από δω τέτοια ώρα;»

«Ήρθα να πω την καλησπέρα μου, μπάρμπα Στέλιο.»

«Καλώς όρισες.»

«Και να σου πω και κάτι ακόμα, μπάρμπα Στέλιο…»

«Πες, παιδί μου, γιατί βιάζομαι να κατέβω στο χωριό.»

«Μαζί θα πάμε, μπάρμπα Στέλιο, κι εγώ θα φορτωθώ ό,τι έχεις για το σπίτι.»

«Δεν πειράζει, παιδί μου. Το βουνό είναι μαθημένο από βοριάδες. Μα κάτι έχεις να μου πεις;»

«Ναι, μπάρμπα Στέλιο, πρέπει να μάθεις πως θέλω την κόρη σου τη Μαρούλα γυναίκα μου.»

«Άκουσα καλά, ωρέ Γκέκα;»

«Έτσι είναι, μπάρμπα Στέλιο. Κι αν δεν τη δώσεις, να ξέρες πως θα με πάρεις στο λαιμό σου.»

«Ποδόγαλο από σένα και τη φαμίλια σου να μη μείνει, αν σου πέρασε από το μυαλό πως μπορείς να γίνεις γαμπρός μου.»

«Μπας κι είμαι άτιμος, ωρέ μπάρμπα Στέλιο;»

«Να πας στο διάολο. Αυτό θα σου πω, μη σου τρίψω τα κόκαλα με την γκλίτσα.»

«Και δεν με σκοτώνεις καλύτερα, μπάρμπα Στέλιο;»

«Γκρεμοτσακίσου από δω, βρωμόπαιδο», απαντάει ο Κάρκουλας και αναχωρεί για το χωριό.

Ο Γκέκας, έξαλλος κι ο ίδιος, αναχωρεί για να συναντήσει την ωραία Μαρούλα, η οποία τον αναμένει στη ρεματιά. Μόλις βλέπει τον εκλεκτό της να έρχεται, αλαφιασμένη τρέχει κοντά του.

«Λοιπόν, Γκέκα;» 

«Ανάθεμα την ώρα που πάτησα το ποδάρι μου στη στάνη σου. Ο πατέρας σου με διαολόστειλε. Ούτε να ακούσει θέλει για το γάμο μας.»

«Και τώρα τι θα γίνει Γκέκα;»

«Αν θέλεις εσύ, γίνονται όλα. Σε παίρνω αμέσως και σε στεφανώνω σήμερα κι όλας.»

«Κι αν θυμώσει ο πατέρας μου;»

«Του στέλνω ξύδι τραπέτσι από το κονάκι να ξεθυμώσει.»

«Τότε να παντρευτούμε απόψε!»

—–

Το επόμενο πρωί, το μικρό χωριουδάκι της Μαρούλας είναι ανάστατο. Τα νέα της απαγωγής έχουν κοινοποιηθεί και σχολιάζονται ποικιλοτρόπως. Όσοι γνώριζαν τον Γκέκα λένε χαλάλι, αλλά ο Βέλιας και ο Θύμιος Σύρας, δυο σκηνίτες, κατακρίνουν την απαγωγή.

«Ο Γκέκας», λένε, «άφησε τη Μαρούλα πλανεμένη και πομπεμένη».

Ο Γκέκας εμφανίζεται στο καφενείο του χωριού δέκα μέρες μετά. Ως νόμιμος σύζυγός της, τους συνιστά να καταπιούν τη γλώσσα τους για να μην τους την κόψει. Προσωρινά, φαίνεται πως δέχονται τη συμφωνία. Ακόμα κι ο μπάρμπα Στέλιος, ξεμένοντας από επιλογές, τον δέχεται γαμπρό του, προικίζει την κόρη του και οργανώνει γλέντια.

Λίγες μέρες μετά, ο Γκέκας καλείται στις τάξεις του στρατού, κατατάσσεται στην Πρέβεζα, και έπειτα αναχωρεί για το μέτωπο της Μακεδονίας. Γράφει τακτικά στη γυναίκα του και αυτή του επιστρέφει καθησυχαστικές επιστολές. Μια μέρα, στη Θεσσαλονίκη, συναντάει ένα φίλο του, που είχε δυο μέρες που επέστρεψε από το Ζέρκοβο. Τον ρωτάει για τη γυναίκα του και για τα πρόβατά του. Του απαντάει πως με τα πρόβατα όλα καλά, αλλά τη γυναίκα του, κάθε βράδυ, την περιμένουν έξω από τη στάνη και την πειράζουν ο Βέλιας και ο Θύμιος-Σύρας. Ο Βέλιας μάλιστα της πρότεινε να γίνει σύζυγός της και να αφήσει το παλιοτόμαρο τον Γκέκα που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, όμως η Μαρούλα τον απέκρουσε.

Ο Γκέκας γίνεται έξω φρενών. Πρέπει να εκδικηθεί. Το ίδιο βράδυ, λιποταχτεί και αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη για να μεταβεί στο Ζέρκοβο. Φθάνει εκεί το σούρουπο και κατευθύνεται αμέσως στο σπίτι του. Η Μαρούλα τον βλέπει και πετάγεται από τη χαρά της. Ο Γκέκας τη ρωτάει πώς πέρασε. Η Μαρούλα τού τα λέει όλα.

«Βάλε να φάμε, Μαρούλα, γιατί πρέπει να φύγω απόψε από τη στάνη. Θα έρθουν κάτι ζωέμποροι να τους πουλήσω μερικά πρόβατα.»

«Καλά, μέρα είναι και αύριο.»

«Κάνε όπως σου λέω, είναι ανάγκη.»

Ο Γκέκας τρώει, καληνυχτίζει τη γυναίκα του και αναχωρεί για τη στάνη του Βέλια. Φτάνει εκεί κατά τα μεσάνυχτα. Τα σκυλιά του Βέλια αρχίζουν να αλυχτάνε. Ο Βέλιας ακούει το αλύχτισμα και βγαίνει από το κονάκι. Βλέπει τον Γκέκα να στέκεται εκεί.

«Βρε, πώς από δω, Γκέκα; Δεν είσαι στρατιώτης;»

«Είμαι με άδεια, Βέλια, μα πρέπει να σου πω δυο κουβέντες, γιατί πρέπει να φύγω γρήγορα.»

«Έλα μέσα τότε.»

«Καλύτερα εδώ που είμαστε.»

«Λέγε το λοιπόν.»

«Δεν μου λες, ωρέ Βέλια, τι κακό σου έκανα και θέλεις να με πομπέψεις; Εκείνη η γυναίκα μου τι σου χρωστάει και της ψήνεις το ψάρι στα χείλη κάθε μέρα με τα σαλιαρίσματά σου;»

«Δεν ξέρω τίποτα από αυτά που με ρωτάς.»

«Λες ψέματα. Πρόσεξε, γιατί είναι οι τελευταίες στιγμές σου και δεν κάνει να έχεις κρίμα το ψέμα.»

«Τι θες να πεις, ωρέ Γκέκα; »

«Λέω πως θα πεθάνεις, παλιοτόμαρο!»

«Είσαι μικρός εσύ, Γκέκα, για να βαρέσεις τον Βέλια», απαντάει και τραβάει το περίστροφο.

Αστραπιαία ο Γκέκας τον αρπάζει από το λαιμό και τον ρίχνει κάτω. Τα δάχτυλά του βυθίζονται στο λαιμό του Βέλια, ο θάνατός του έρχεται ακαριαίως και ο Γκέκας προχωράει για τον επόμενο στόχο του.

Τον Θύμιο-Σύρα τον βρίσκει να κοιμάται. Πρώτα τον ρωτάει πώς πάει με την υγεία του και μετά πώς πάνε τα πράγματα. Ο Σύρας απαντάει ότι καλά είναι στην υγεία του, τα δε πράγματα επίσης καλά είναι, και προσθέτει:

«Και πώς από δω τα μεσάνυχτα, ρε Γκέκα;»

«Περαστικός είμαι για την Πρέβεζα και ήθελα να σε ρωτήσω αν πηγαίνεις καμιά φορά στην εκκλησία.»

«Γιατί με ρωτάς, ρε Γκέκα;»

«Ήθελα να ήξερα αν άκουσες καμιά φορά τον παπά να λέει: μην κάνεις στον άλλον αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν εσένα.»

«Ε, κι ύστερα; »

«Τίποτα, ήθελα να ήξερα τι θα έλεγες, αν εγώ ήθελα να σου λερώσω την τιμή, προσβάλλοντας τη γυναίκα σου.»

«Και το ρωτάς;»

«Ετοιμάσου να πεθάνεις, τότε.»

«Τρελάθηκες, Γκέκα;»

«Όχι, δεν τρελάθηκα. Κάνω εκείνο που θα έκανες κι εσύ, βρε παλιοτόμαρο, αν σου πείραζα τη γυναίκα. Άντε να βρεις τον φίλο σου τον Βέλια.»

Ο Γκέκας εγκατέλειψε τις τάξεις του στρατού και βγήκε στο κλαρί, ενώ ο Σύρας, που δεν πρόλαβε να απαντήσει, πέθανε σε λίγη ώρα εν μέσω φριχτών πόνων από το τραύμα που προκάλεσε η ξιφολόγχη στην κοιλιά του.

Την επόμενη Πέμπτη στο red n’ noir: Ο λήσταρχος Ηλίας Ντάγκας | Τέλη Μαΐου 1923 | Τα μάτια της δεσποινίδος Ντάγκα | Ένας άγριος φόνος | Να τον φάνε τα κοράκια | Στο κλαρί | Η οικογενειακή παράδοση