Η σύλληψη του Μπεζεντάκου για τον τυχαίο θάνατο του ατυχούς αστυφύλακα Γυφτοδημόπουλου

Ο συλληφθέντας δεν μπορεί να εξηγήσει πως αγρίεψε έτσι εκείνο το βράδυ και πυροβόλησε

Όπου οι ανακρίσεις αποκαλύπτουν τον Μπεζεντάκο

Ο Μιχαήλ Μπεζεντάκος είναι εκείνος που στην μάντρα Πυριτιδαποθήκης, στο ημίφως του αυγουστιάτικου απογεύματος, εμφανίστηκε μπροστά στον Γυφτοδημόπουλο προτείνοντας το περίστροφο του ανάμεσα στα συντροφικά του περίστροφα και φώναξε:

«Αλτ, ψηλά τα χέρια!»

Είναι αυτός από το όπλο του οποίου δόθηκε η πρώτη θανάσιμη φλόγα κατά του αστυνομικού και εκείνος ο οποίος όταν το θύμα έπεφτε στο έδαφος σάρκαζε φωνάζοντας:

«Να τι αξίζετε εσείς!»

Είναι τέλος ο άνθρωπος με τα γκρι ρούχα όπως τον περιέγραψε η Θεοδώρα Βούλγαρη που περίμενε με το παιδί στην αγκαλιά τον σύζυγο της και η οποία αλλοφρονούσα για ότι διαδραματιζόταν ενώπιον της αντίκρισε απηνές το βλέμμα του.

Όπου ο Μπεζεντάκος αναζητείτε

Από την δεύτερη μέρα μετά το κακούργημα αναζητούνταν από πλήθος αστυνομικών σε όλα τα καταγώγια, σε όλα τα μυστηριώδη καταφύγια στα οποία κόκκινοι προλετάριοι βρίσκουν και χρησιμοποιούν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Οι φωτογραφίες του και τα χαρακτηριστικά του δημοσιεύτηκαν και περιγράφηκαν σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες, διαβιβάστηκαν και σε όλες τις αστυνομικές και λιμενικές αρχές της χώρας.

Ήταν  ένα ενδεχόμενο, ως παράγοντας του κουμμουνισμού, να έχει καταφύγει στην επαρχία ή στο εξωτερικό. Επικρατούσε όμως η γνώμη ότι πλανάται ακόμα μεταξύ Αθηνών και Πειραιά και οι προσπάθειες των αστυνομικών είχαν στραφεί στις δύο πόλεις. Εντάθηκε η παρακολούθηση των συντρόφων του οι οποίοι από ιδεολογία θα φρόντιζαν να τον αποκρύψουν μέχρι να διαφύγει στο εξωτερικό.

Όπου ο αρχιφύλακας Βολτεράκης παρακολουθεί τον Ιωάννη Μπήτρο

Ο αρχιφύλακας Βολτεράκης, είτε διότι ως ασχολούμενος ειδικώς με τα κομμουνιστικά, ο ίδιος είναι άλλωστε αυτός που συνέλαβε και τους περίφημους Κουλουριτζή, Σαρίκα και Δερβισόγλου, είτε διότι είχε καλή τύχη πέφτει πάνω στον άνθρωπο που του χρειάζονταν. Στον Ιωάννη Μπήτρο, ετών 28, καταγόμενο από την Αίγινα. Προφυματικός, έγγαμος με γυναίκα φυματική και δύο παιδιά. Εργάζεται στο κατάστημα σιδερικών και φιλοξενεί τον Μπεζεντάκο.

Αρχίζει να παρακολουθεί τις κινήσεις του και η έμπνευση του αποδεικνύεται αμέσως ότι δεν ήταν καθόλου άστοχη διότι εκ της παρακολούθησης εξακριβώνει ότι ο Μπήτρος όταν φθάνει -πότε με τον σιδηρόδρομο και πότε με το αυτοκίνητο- δεν λαμβάνει τον κανονικό δρόμο προς τους οικίσκους οι οποίοι βρίσκονταν στο δάσος της Μαγκουφάνας αλλά εισχωρεί μέσα στα δέντρα, λαμβάνει διαφόρους ατραπούς και εξαφανίζεται.

Αυτό κάνει εντύπωση στον κύριο Βολτεράκη και οι υποψίες του ότι ο Μπήτρος κρύβει τον Μπεζεντακο ενισχύονται. Έκτοτε είτε μεταμορφωμένος σε γέροντα και πότε σε αλήτη, τον παρακολουθεί κάθε βράδυ από την στιγμή που έφευγε από τον Πειραιά μέχρι να φτάσει στην Μαγκουφάνα.

Έτσι κατορθώνει να τον παρακολουθήσει πολύ κοντά στο δάσος και να αντιληφθεί πως κατευθύνεται προς ένα σημείο που βρίσκονται τρεις οικισμοί, απομονωμένοι των άλλων, χρησιμοποιούμενοι κατά την θερινή περίοδο από τους φυματικούς. Λόγω του σκότους όμως δεν κατορθώνει να αντιληφθεί σε ποιο από τα τρία ο Μπήτρος κατευθύνεται και διαμένει. Αντελήφθη όμως ότι ο παρακολουθούμενος δεν κρούει την θήρα για να του ανοίξουν αλλά πηδάει από ανοιχτό παράθυρο.

Ο Βολτεράκης κάνει αυτά γνωστά στον διοικητή του, κύριο Αναγνωστόπουλο, και αποφασίζεται η κύκλωση των τριών οικίσκων και η εύρυνα τους. Ο Βολτεράκης παρακολουθώντας τον Μπήτρο όπως και τις άλλες νύχτες αναμένει σε ορισμένο σημείο τους υπόλοιπους αστυνομικούς. Στις 2:30 το πρωί φτάνουν ο Αναγνωστόπουλος με τον υπαστυνόμο Μπουραντά, δυο ακόμα αστυνομικούς του Πειραιά με έναν υπενωμοτάρχη και έναν χωροφύλακα του σταθμού Αμαρουσίου αφού στην αρμοδιότητα υπάγεται η Μαγκουφάνα.

Όπου πραγματοποιείται νυχτερινή εισβολή για την σύλληψη του Μιχάλη Μπεζεντάκου

Οι αστυνομικοί καθοδηγούμενοι από τον Βολτεράκη καταλαμβάνουν επίκαιρες θέσεις γύρω των τριών οικισμών με σκοπό να εμποδίσουν την ενδεχόμενη διαφυγή του καταζητούμενου. Αφού πιστοποιούν ότι οι δύο είναι ακατοίκητοι στρέφονται προς τον τρίτο.

Με τα περίστροφα πάντοτε στα χέρια οι αστυνομικοί κρούουν την θύρα. Αμυδρό φως διαφεύγει από τις ρωγμές του οικίσκου. Καμία απάντηση όμως δεν δίνεται εκ του εντός αυτού ευρισκόμενου. Ο Αναγνωστόπουλος εν τω μεταξύ φωνάζει.

«Γιάννη! Άνοιξε γιατί σε θέλουμε»

Ο Μπήτρος ξυπνώντας από τους κρότους και από το άκουσμα του ονόματος του ρωτάει από μέσα:

«Ποιος είναι;»

«Εγώ Γιάννη, άνοιξε γρήγορα»

Ακούγονται τότε βηματισμοί και οι αστυνομικοί υποθέτοντας -όχι αδίκως- πως θα γίνουν προπαρασκευές για άμυνα, παραβιάζουν τη θύρα και καθώς είναι αυτή παλιά, με την πρώτη ομαδική ώθηση των αστυνομικών οπισθοχωρεί. Οι αστυνομικοί ορμούν με τα περίστροφα προτεταμένα εντός του δωματίου. Σε αυτό βρίσκονται δυο κρεβάτια. Στο ένα ο Μπήτρος με την σύζυγο του και τα δυο παιδιά του τα όποια έχουν ξυπνήσει έντρομα. Μια μικρή λάμπα φωτίζει το δωμάτιο και στην άλλη πλευρά βρίσκεται ένα άλλο κρεβάτι από το οποίο πηδάει την στιγμή της εισόδου ο Μπεζεντάκος τρέχοντας προς ένα μπαούλο. Αποπειράται να το ανοίξει για να λάβει το βρισκόμενο εντός αυτού περίστροφο αλλά σταματάει προ της θέας των προτεταμένων όπλων των αστυνομικών και στο άκουσμα της φωνής του Βολτεράκη ο οποίος τον γνωρίζει:

«Μπεζεντάκο! Κάτσε ήσυχα για να μην πεθάνεις άδικα εδώ χάμω!»

Τότε κάθισε κυριολεκτικώς εξουθενωμένος επί του μπαούλου.

«Παραδίνομαι…», ψιθύρισε.

Οι αστυνομικοί χωρίς χρονοτριβή του περνούν χειροπέδες ενώ καθώς ο Μπήτρος προσπαθεί να διαφύγει από το παράθυρο, συλλαμβάνεται! Η σύζυγος του βλέποντας αυτά που γίνονται κάνε αιμόπτυση.

Στο μπαούλο βρίσκουν κομουνιστικά φυλλάδια, μερικά χρήματα και ένα περίστροφο, από τις καταθέσεις και την ιατροδικαστική φαίνεται να είναι αυτό με το οποίο πυροβολήθηκε ο Γυφτοδημόπουλος,.

Όπου ο Μιχάλης Μπεζεντάκος πιάνει ψιλή κουβέντα με τους αστυνομικούς και ομολογεί

«Μην πείτε ότι ήθελα να σας σκοτώσω με αυτό! Σας πήρα για νυχτοκλέφτες, αλλιώς δεν το είχα υπόψη μου να κάνω κι άλλον φόνο.»

«Μήπως αρνείσαι ότι συμμετείχες και στον φόνο του Γυφτοδημόπουλου;» τον ρωτάει ο Αναγωστόπουλος.

«Α, όχι! Πώς να το αρνηθώ αυτό! Αλλά δεν μπορώ να εξηγήσω πως αγρίεψα έτσι εκείνο το βράδυ και έριξα!»

(Ακολουθεί)  

Το βιβλιοπωλείο του red n’ noir προτείνει βιβλία:

Καμία δημοσίευση για προβολή