Ορισμένες εντυπώσεις του Παύλου Βερνέιγ XVΙΙ

Τα ουρλιάσματα του Σκύλου | Μια δραματική σκηνή

Τα πόδια είχαν ματώσει. Τώρα εκτός από τον κύριο Ζάχο, με βοηθούσε στο να βαδίζω και ο Καραμπήτσος. Τι φρικτό μαρτύριο, μαρτύριο που παρατάθηκε επί τόσες ημέρας.

“Θα μείνουμε απόψε εδώ”, μου είπε ο Τζατζάς, δεικνύων το κρησφύγετο.

Ομολογώ ότι δεν είδα τίποτε. Το σκοτάδι ήτο τόσο πυκνό που μόνο άνθρωπος που γυρίζει καλά τα μέρη ημπορούσε να ξέρη που ευρίσκεται. Τα γαυγίσματα ενός σκύλου με έπεισαν ότι πράγματι είχαμε φθάσει στο ασφαλές καταφύγιο. Επεινούσαμε τρομερά. Ο λήσταρχος το κατάλαβε και διέταξε να ψήσουν εντόσθια και δύο μπούτια αρνιού. Ομολογώ ότι ουδέποτε έφαγα με τέτοιαν όρεξιν. Το ίδιο μου είπε και ο κύριος Ζάχος. Τι τα θέλεις φίλε μου. Ο στόμαχος σε αναγκάζει να λησμονείς όλους τους κινδύνους. Και μάλιστα όταν έχεις να φας ως και δεκατρείς ώρας.

Ήπιαμε και λίγο κρασί μπρούσκο, πράγμα που ετόνωσε τας εξαντλημένας δυνάμεις μας. Ο Τζατζάς εφαίνετο τώρα εύθυμος. Μιλούσε με τον κύριο Ζάχο και γελούσε. Μόνο ο Καραντώνης ήτο βλοσυρός. Τί περίεργος τύπος ανθρώπου. Ούτε καρδιά, ούτε ψυχή έχει. Αισθήματα αιμοβόρα και απαίσια. Ψυχοσύνθεσις αντίθετος του Τζατζά. Ο ένας κακούργος και ο άλλος ιππότης. Ο Τζατζάς ποτέ του δεν έβαψε τα χέρια του με αίμα. Αρκείται στα λύτρα. Εάν δεν του τα δώσουν σε κρατεί έως ότου υποκύψουν οι συγγενείς σου εις τας θελήσεις του. Και πάντοτε του τα δίδουν.

“Μας συγχωρείς γέρο”, μου λέγει, “διότι απόψε δεν θα κοιμηθείς σε μαλακό κρεβάτι. Πάρε και τη δική μου κάπα και στρώσε την χάμω. Δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω”.

“Και συ τί θα κάμης;”

“Εγώ; Είμαι συνηθισμένος από κακουχίες. Όλη μου σχεδόν τη ζωή εκτός από τα χρόνια που έμενα φυλακή, την επέρασα στα βουνά και τις φάλαγγες. Το πετσί μου είναι σκληρό και δεν έχει ανάγκη από μαλακά στρώματα.”

Επήρα την κάπα που μου έδωσε- συνεχίζει ο κύριος Χατζηγάκης – και την έστρωσα χάμω. Ο Μπαλιάκος μου έφερε μια μεγάλη πέτρα για προσκέφαλο. Ο Ραφτάκος ζάρωσε δίπλα μου. Έτρεμε το κακόμοιρο το παιδί από το φόβο και από το κρύο. Ο κύριος Ζάχος ολίγο παρέκει εκάπνιζε συνεχώς. Κατόπιν ο Καραντώνης που αντελήφθη αυτό το πράγμα τον διέταξε να σβήσει το τσιγάρο.

“Θέλεις να μας δουν τα αποσπάσματα;” του εφώναξε. “Δεν καταλαβαίνεις ότι αν συμβεί αυτό πάτε όλοι χαμένοι; Πέσε γιατρέ να κοιμηθείς το καλό που σου θέλω.”

Ο κύριος Ζάχος κάθισε χάμω σταυροπόδι και έπαυσε να καπνίζει. Ζήτησε μόνον να πιεί λίγο νερό γιατί διψούσε φοβερά. Ο Τζατζάς του προσέφερε το παγούρι του. Όλη τη νύκτα δεν έκλεισε μάτι μα ούτε και οι άλλοι αιχμάλωτοι. Μόνον ο Ραφτάκος που είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στα γόνατά μου κοιμότανε αμέριμνα. Το καημένο το παιδί δεν ήξευρε τι κίνδυνος μας απειλούσε.

*

Τα αστερία φέγγανε στον ολοκάθαρο ουρανό. Ένα δυνατό αεράκι κουνούσε τους κλάδους των δένδρων. Ο σκύλος που μας υποδέχθηκε όταν φθάσαμε ούρλιαζε απαίσια.

“Κακός οιωνός εψιθύρισεν ο Τζατζάς. Κάποιος θα πεθάνει.”

Επάγωσε το αίμα μου αν και δεν επίστευα στας προλήψεις. Άθελα έκανα το σταυρό μου. Εκείνοι βέβαια που θα πέθαιναν θα είμεθα εμείς. Ή από τα χέρια των ληστών ή από σφαίρες αν γινόταν συμπλοκή με κανένα απόσπασμα.

Τότε ο Πανταζής εφώναξε:

“Αν η μοίρα γράφει να συμβεί κανένα κακό θα πεθάνουμε όλοι μαζί. Πρώτοι εσείς γιατί εσείς θα είσθε η αιτία.”

“Μα γιατί να συμβεί κακό; Διέκοψεν ο Ζάχος.”

“Φοβούμαι προδοσία, απήντησεν ο Πανταζής.”

“Όχι. Δεν πρέπει να σκέπτεσαι τέτοιο πράγμα. Οι άνθρωποί μας φροντίζουν για μας, ούτε τα αποσπάσματα θα περιπλανήσουν και τα λύτρα γρήγορα θα σας τα στείλουν. Έχετε εμπιστοσύνην.”

“Μα τότε γιατί ουρλιάζει ο σκύλος;”

”Αστείες προλήψεις που δεν πρέπει να τις πιστεύετε.”

“Χμ… Pοτέ δεν γελαστήκαμε σ’ αυτά που τόσα χρόνια μας έλεγαν οι πατέρες μας. Ας είναι όμως. Αύριο θα ιδούμε και τι λέει η πλάτη του αρνιού.”

Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Μαύρα σύννεφα εμαζεύοντο στον ουρανό. Προμηνύετο άγρια θύελλα. Αλλοίμονο μας, είπα μέσα μου. Όλοι, και αυτή ακόμη η φύσις συνωμοτούν εναντίον μας.

“Σηκωθείτε..” φώναξε κάποτε ο Τζατζάς. “Πρέπει αν φύγουμε αμέσως γιατί θα κάνουμε μεγάλη πορεία.”

Εκόντες άκοντες συνεμορφώθημεν με την διαταγήν του αρχηγού. Νέα μαρτύρια άρχισαν τότε δι’ εμάς. Ο υπενωμοτάρχης Καραμπέτσος επροσπαθούσε να με υποβαστάζει.

Επί ώρας περιπλανήθημεν εις το πυκνόφυτον δάσος του Περτουλίου νηστικοί και διψασμένοι. Κατά το μεσημέρι σταθήκαμε σ’ ένα μέρος γεμάτα από υψηλούς θάμνους. Ο Μήτσος Τζατζάς εσφύριξε προς όλας τας διευθύνσεις συστηματικά. Προφανώς κάποιον ανεζήτει. Έξαφνα οι θάμνοι κινήθηκαν και δύο Σαρακατσαναίοι επρόβαλαν. Ο λήσταρχος τους ένευσε να πλησιάσουν. Βαστούσαν σακούλια γεμάτα ψωμί τυρί και ελιές. Ο Τζατζάς τα μοίρασε σε μας και τους συντρόφους του. Οποίον Λουκούλλειον γεύμα.

Ύστερα τους επήρε κατά μέρος αι συνεζήτησε μαζί τους επί πολλήν ώραν. Ο Καραντώνης, περίεργος να μάθη νέα, πλησίασε κι’ αυτός.

Τί είπαν δεν έμαθα αμέσως. Είδα όμως τους ληστάς να επιστρέφουν αγριεμένοι. Τα μάτια του Καραντώνη πετούσαν σπίθες. Ο Τζατζάς φαινόταν κάπως ηρεμότερος.

Τα αποσπάσματα μας κυνηγούν κατά πόδας, είπε ξηρά αποτεινόμενος προς τον κύριο Ζάχο. Εμπρός δρόμο. Και συ γέρο πρόσεξε να μη μας βραδύνεις την πορεία. Αν δεν περπατάς θα αναγκασθούμε να σε σφάξουμε και να αφήσουμε να βρουν το κουφάρι σου. Άντε δρόμο.

Ήταν η πρώτη φορά που μου μιλούσαν έτσι. Απ’ αυτό συμπέραινα ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε.

Περπατήσαμε αρκετές ώρες ακόμη έως ότου εγκατασταθήκαμε κοντά σε κάποιο ρέμα όπου  και εμείναμε μέχρι της Τετάρτης.

Η συνέχεια την επόμενη Δευτέρα στο red n’ noir 

Το βιβλιοπωλείο του red n’ noir προτείνει τις παλπ νουβέλες:

Καμία δημοσίευση για προβολή