Η ατυχής ιστορία ενός Σάντα (και η ευτυχής δύο άλλων)

Ο Νίκος, ο Παύλος και ο Γιούρα

Ο Νίκος

Είναι 9:00. Ο ήλιος έχει γίνει πια κίτρινος σαν να φιλοξενείται σε παιδική ζωγραφιά. Προσπαθεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Να κυριαρχήσει στην υγρασία και το κρύο της πρωινής ατμόσφαιρας, ακουμπώντας στις κορυφές των κτιρίων της Αθήνας. Μια αιχμηρή δέσμη του διαπερνάει το λεπτό τζάμι από το παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος της Κυψέλης. Κυψέλη δεν λέγεται αυτή η περιοχή, γιατί είναι κάτω από την Πατησιών. Άγιος Νικόλας λέγεται άξουαλι. Όπως και να λέγεται όμως, όταν το αδιάκριτο φως φτάνει πάνω στη χιπστερική γενειάδα του, ο άνθρωπος που είναι ξαπλωμένος πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι τεντώνει το κορμί του. Είναι η μοναδική στιγμή της ημέρας που κάποια ακτίνα ήλιου μπορεί να ξεγλιστρήσει μέσα στο διαμέρισμά του, καθώς ο ουρανός σε εκείνο το σημείο έχει το σχήμα ενός κενού που άφησε μια κακή επιλογή στο τέτρις. Αυτό είναι το σιωπηλό ξυπνητήρι του.

Ο Νίκος ανακάθεται στο κρεβάτι του, μένει λίγο σκεπτικός, υστέρα σηκώνεται, βγάζει το πάνω μέρος της πιζάμας του και πλησιάζει στο μαρμάρινο νεροχύτη της κουζίνας. Αφήνει τη βρύση να τρέξει μέχρι να φύγει η μυρωδιά ανάμεσα σε χλώριο, σιδερίλα και μούχλα, γεμίζει το ποτήρι του, ρίχνει μέσα μια ταμπλέτα βιταμίνης και μια με αναβράζον αναλγητικό. Πριν καλά καλά προλάβουν να λιώσουν, πίνει το αντιχανγκόβερ κόμπο σε μερικές γουλιές νερό, αφήνοντας τις άλιωτες ταμπλέτες να θαλασσοδέρνονται. Αυτό ήταν. Οι ασκοί του Αιόλου ανοίγουν. Τρέχει στην τουαλέτα, κι αφού ολοκληρωθούν οι εκτονώσεις μεθανιούχων αερίων μαζών, η φάση συνεχίζεται με μια καταιγίδα πρασινοκαφέ γυμνοσάλιαγκων, τη στιγμή που ο κώλος του σφίγγει από το κρύο αυτού του χριστουγεννιάτικου πρωινού. Δεν είναι  πρώτη φορά που θα πάει στη δουλειά χανγκοβεριασμένος. Όμως σιγά τη δουλειά! Τον Άι Βασίλη παριστάνει έξω από ένα μεγάλο εστιατόριο στο Μαρούσι. Το ταμείο ανεργίας θα τελειώσει τον επόμενο μήνα και –πώς να το κάνεις διάολε– κάπως πρέπει και να ζήσει.

Στον ψηλό καθρέφτη, που ακουμπάει στη μία από τις τέσσερις γωνίες του μοναδικού δωματίου, φαίνεται η αντανάκλαση της εικόνας του. Ο καθρέφτης είναι κληρονομιά του προηγούμενου ενοίκου, ενός Πολωνού, που τον εγκατέλειψε, όχι ακριβώς με τη θέλησή του, μαζί με την υπόλοιπη επίπλωση, ένα τραπεζάκι, ένα γραφείο, δυο καρέκλες κι ένα ξεχαρβαλωμένο καναπέ, καθώς έπρεπε να μεταφερθεί εσπευσμένα σε έναν παρόμοιας αισθητικής και ποιότητας χώρο στον Κορυδαλλό, εξαιτίας κάποιας έκφρασης μικροδιαφορών με ομοεθνείς του, που στη νομική γλώσσα μεταφράζεται ως βαριές σκοπούμενες σωματικές βλάβες. Ο Νίκος δεν ξέρει καν πώς λεγόταν ο Πολωνός ούτε πώς έμοιαζε. Ο Νίκος χτενίζει με τα δάχτυλά του την καστανή του γενειάδα και μετά χτενίζει με τον ίδιο τρόπο τα ξανθά τσουλούφια των μαλλιών, σε στυλ πατερούλης Ιωσήφ στα νιάτα του, πριν γίνει ηγέτης, τότε που ακόμα βάραγε χρηματαποστολές. Τα πρασινογάλαζα, ελαφρώς μελαγχολικά, μάτια του κοιτάζουν το είδωλό του, απευθύνοντας κάπως φωναχτά τον χαιρετισμό «γεια-σο-κόκλε».

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν φτάσει στο σταθμό του Αγίου Νικολάου, κάπου εκεί που η Τύχης συναντάει τη Φυλής, ένα αποθρασυμένο μητροπολιτικό περιστέρι προσγειώνεται στο κεφάλι του, χτυπώντας απειλητικά –χωρίς κανένα προφανή λόγο– τα φτερά του. Για μια στιγμή τα χάνει: «Γαμώ τον Χριστουλάκο σου για Άγιο Πνεύμα», αναφωνεί, κάνοντας συγχρόνως άτσαλες κινήσεις με τα χέρια του, σαν να θέλει να διώξει ένα σμήνος από μέλισσες.

Φτάνει στο σταθμό. Ο συρμός μεταφέρει τους κάτω να δουλέψουν για τους πάνω. Του έρχεται η ιδέα πως αν οι μπουρζουάδες είχαν λίγο χιούμορ, θα προέβλεπαν για τη διαδρομή Ομόνοια-Κηφισιά να υπάρχουν γραμμές μόνο για άνοδο και να άφηναν τη σκορδοφάγο πλεμπάγια να επιστρέφει με τα πόδια μετά το σχόλασμα.

Ο Νίκος φοράει κάτι γαλότσες και κόκκινο παντελόνι, ενώ το πάνω μέρος της στολής του Σάντα δεν φαίνεται λόγω του παλτού που το καλύπτει. Από την τσέπη του δε, προεξέχει η άσπρη φούντα του ασορτί σκούφου. Την παράταιρη εικόνα αυτού το αποκρουστικού μίγματος μεταξύ Άγιου Βασίλη και πολίτη συμπληρώνει  μια τσάντα πλάτης που κουβαλάει στον δεξί ώμο. Αποκορύφωμα η καστανόξανθη γενειάδα του, αντί της ψεύτικης λευκής που θα φορέσει μόλις πιάσει δουλειά. Επόμενος σταθμός Μαρούσι. Κατεβαίνει. Από την άλλη πλευρά του σταθμού διαισθάνεται μια αναστάτωση. Ακούει κρότους. Ακούει ουρλιαχτά, ακούει απειλητικές φωνές.  

Ο Παύλος

Ο Παύλος ξυπνάει στις 5:00, προσπαθώντας να ελέγξει μια επιθετική παρόρμηση ενάντια στο ξυπνητήρι του. Ακούει από το παράθυρό του στον πρώτο όροφο ένα φορτηγό να ζορίζεται να ανέβει την ανηφόρα στους Αμπελόκηπους. Θέλει άλλες δυο ώρες για να φέξει και πρέπει να σηκωθεί για να πιάσει υπηρεσία. Τον χώσανε Χριστούγεννα, παρότι ζήτησε από τον διοικητή να πάει στο χωριό της αρραβωνιαστικιάς του να κάνουν γιορτές με τα μελλοντικά πεθερικά. Οι μυς του είναι πιασμένοι. Πονάει. Η προχθεσινή προπόνηση πήγε πολύ καλά και οι σημερινοί πόνοι το επιβεβαιώνουν. Του έρχεται η ιδέα ότι ο πόνος είναι η επιβράβευση. Να μια αρσενίκ σκέψη. Το θερμοσίφωνο έχει έτοιμο καυτό νερό αποβραδίς. Ξεγυμνώνεται εντελώς, πλένει το πρόσωπό του με ζεστό νερό, έπειτα γυρίζει το μίκτη στο κρύο και ξεπλένει το ξυραφάκι του. Δεν του παίρνει πάνω από πέντε λεπτά η διαδικασία του ξυρίσματος, καθώς την επαναλαμβάνει κάθε μέρα εκτός από τις Κυριακές, οπότε τις Δευτέρες μπορεί να του πάρει απλώς ένα λεπτάκι περισσότερο. Μπαίνει στην μπανιέρα. Διστάζει για ένα σεκόντ και έπειτα αφήνει το παγωμένο νερό να τον υδροβολήσει. Μπούζι. Τρίβει το καλοσμιλεμένο και χωρίς ίχνος τριχοφυΐας σώμα του με το σφουγγάρι και αμέσως ξεπλένεται. Το παγωμένο νερό κάνει καλό στο δέρμα, στους μυς και την καρδιά. Πλας τον αναζωογονεί.   

Ο Παύλος ξεκινάει με το αμάξι, ένα Mini Cooper S, μοντέλο του 2007, με αεροτομές, αερογραφίες και τέτοια, που αγόρασε κοψοχρονιά τον Ιούνιο σε μια δημοπρασία του ΟΔΔΥ στην Πάτρα. Λίγο πριν φτάσει στην υποδιεύθυνση ΒΑ Αττικής, κάνει μια στάση στη γνωστή αλυσίδα για καφέ. Χαιρετάει τα παιδιά. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να δούνε το παντελόνι (το μοναδικό στοιχείο μαζί με τις αρβύλες που προδίδει την ύπαρξη στολής, αφού από πάνω φοράει το πολιτικό του μπουφάν), για να καταλάβουν ότι πρέπει κάνουν τη σχετική έκπτωση. Τον ξέρουν και ξέρουν και τις συνήθειές τους. Θα πάρει ένα φρέντο εσπρέσο μέτριο μαύρη και θα κατευθυνθεί στην τουαλέτα. Μέχρι να του τον ετοιμάσουν, εκείνος θα έχει επιστρέψει. Είναι πολύ γρήγορος σε αυτού του είδους τις βρωμοδουλειές και την αφήνει πάντα καθαρή από όσο έχουν προσέξει.  

Η μέρα, πέντε ώρες μετά από όλα αυτά, τον βρίσκει οδηγό του περιπολικού Άμεσης Δράσης έξω από τον σταθμό του ΗΣΑΠ στο Μαρούσι. Στο κάθισμα του συνοδηγού κάθεται ένας συνάδελφος, ο Αποστόλης. Ο Παύλος διαισθάνεται μια αναστάτωση. Ακούει κρότους. Ακούει ουρλιαχτά, ακούει απειλητικές φωνές. 

Ο Γιούρα

Ο Γιούρα ξυπνάει στις 8:00, μπλιατ, με ένα ελαφρύ σκούντημα της γυναίκας του και μια ψιθυριστή καλημέρα. Εκείνη έχει σηκωθεί ήδη μια ώρα πριν και του έχει ετοιμάσει το πρωινό του. Καφέ (έναν ελληνικό διπλό με ζάχαρη στη μύτη) θα του φτιάξει μόλις τον ακούσει να πηγαίνει στο μπάνιο για να μην χαλάσει το καϊμάκι, αλλά οι ψημένες φέτες του τοστ, αλειμμένες με ελαφρώς λιωμένο φρέσκο βούτυρο, τον περιμένουν από πιο νωρίς στο πιάτο. Τα μπολάκια με το μέλι και τη μαρμελάδα είναι επίσης έτοιμα. Έτσι τον αρέσει τον Γιούρα. Σαν σε ξενοδοχείο. Έξτρα τιπ για σήμερα, λόγω της ημέρας, ένα μελομακάρονο και ένας κουραμπιές.

Η γυναίκα του Γιούρα επίσης δεν θα ρωτήσει, γιατί προτιμάει να μην ξέρει, τι σκατά ακριβώς θέλει τη στολή του Άγιου Βασίλη και για ποιο λόγο της ζήτησε να την αγοράσει. Ξέρουν και οι δυο ότι τον περιμένει πλυμένη, σιδερωμένη και διπλωμένη πάνω στο κομοδίνο.

Αφού ολοκληρώσει την απαραίτητη πρωινή του φροντίδα, κατευθύνεται στην κουζίνα  ακάλτσωτος, φορώντας μόνο τις σαγιονάρες του, το σλιπ και το φανελάκι του. Παλιότερα, συνήθιζε να σχολιάζει η πεθερά του πως «αυτός ο άνθρωπος δεν κρυώνει ποτέ», μα τώρα φαίνεται το πήρε απόφαση και έχει σταματήσει να το επαναλαμβάνει κάθε φορά που τον βλέπει έτσι. Η νύφη του πάλι επιμένει ότι μοιάζει με τον Χαβιέ Μπαρδέμ.

Φιλάει την κόρη και τον γιο, που περιμένουν στην πόρτα με τα τρίγωνα στο χέρι. Τους δίνει οδηγίες για μια γερή μπάζα. Τους υπενθυμίζει σε ποια σπίτια να μην αμελήσουν να τα πούνε. Τους εξηγεί ότι δεν πρέπει να βαριούνται και να λένε τα κάλαντα μέχρι την τελευταία στροφή, ακόμα κι αν τσεπώσουν από τη μέση. Τους τονίζει την αξία της πιστής τήρησης των παραδόσεων. 

Τηλεφωνεί στον κουμπάρο του. Έλα, ναι, καλημέρα, λένε ώρα και μέρος, κλείνουν. Ο στόχος είναι εύκολος και η πληροφορία από μέσα. Ένας από τους δυο ιδιοκτήτες μεγάλου εστιατόριου στο Μαρούσι θα μεταφέρει 200.000 ευρώ πεζός, μέσα σε μια σακούλα για να μην δίνει στόχο, προκειμένου να τα τοποθετήσει σε θυρίδα τράπεζας στο Νέο Ηράκλειο. Θα κατευθυνθεί προς το σταθμό του ΗΣΑΠ στο Μαρούσι και από εκεί θα συνεχίσει με τον ηλεκτρικό. Το σχέδιο είναι απλό. Θα τον περιμένουν ντυμένοι Άγιοι Βασίληδες και μόλις πλησιάσει θα βγάλουν τα κουμπούρια, θα ρίξουν για εκφοβισμό στον αέρα, θα ουρλιάξουν, θα απειλήσουν, θα φορτώσουν τα λεφτά στη σάκα, θα μπούνε στο αμάξι και βουρ επιστροφή στο Μενίδι από την Εθνική. Στη διαδρομή θα βάλουν ραδιόφωνο. Θα ακούσουν ειδήσεις: «Σύλληψη Άγιου Βασίλη στο Μαρούσι μετά από ληστεία με πυροβολισμούς σε βάρος επιχειρηματία». Θα σηκώσουν απορημένοι τους ώμους τους.    

      

Καμία δημοσίευση για προβολή